ΕΛ | EN
Greek-News-and-Radio-FL

Ελληνικά Νέα & Ραδιόφωνο στις ΗΠΑ
Greek News & Radio in the USA

Ελληνικά Νέα & Ραδιόφωνο στις ΗΠΑ
Greek News & Radio in the USA

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη  (1824-1879).Θανάσης Βάγιας – Ὁ Βρυκόλακας και ο παραλληλισμός με την σημερινή εποχή

22 Apr, 2026
Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη  (1824-1879).Θανάσης Βάγιας - Ὁ Βρυκόλακας και ο παραλληλισμός με την σημερινή εποχή

Photo Από Σπυρίδων Προσαλέντης - Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, Συλλογή Ελ. Καραπαναγιώτη, Κοινό Κτήμα, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=6400787, https://el.wikipedia.org/wiki/

Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824-1879).Θανάσης Βάγιας - Ὁ Βρυκόλακας και ο παραλληλισμός με την σημερινή εποχή

– Πές μου τί στέκεσαι Θανάση, ὀρθός,

βουβὸς σὰ λείψανο, στὰ μάτια μπρός;

Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις τὸ βράδυ;

Ὕπνος γιὰ σένανε δὲν εἶν᾿ στὸν Ἅδη;

 

Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…

Βαθιὰ σὲ ρίξανε μέσα στὴ γῆ…

Φεῦγα, σπλαγχνίσου με. Θὰ κοιμηθῶ.

Ἄσε μὲ ἥσυχη ν᾿ ἀναπαυθῶ.

 

Τὸ κρῖμα πού ῾καμες μὲ συνεπῆρε.

Βλέπεις πῶς ἔγινα; Θανάση σῦρε.

Ὅλοι μὲ φεύγουνε, κανεὶς δὲ δίνει,

στὴν ἔρμη χήρα σου, ἐλεημοσύνη.

 

Στάσου μακρύτερα… Γιατί μὲ σκιάζεις;

Θανάση τί ἔκαμα καὶ μὲ τρομάζεις;

Πῶς εἶσαι πράσινος; Μυρίζεις χῶμα…

Πές μου… δὲν ἔλυωσες, Θανάση, ἀκόμα;

 

Λίγο συμάζωξε τὸ σάβανό σου…

Σκουλήκια βόσκουνε στὸ πρόσωπό σου.

Θεοκατάρατε, γιὰ δές… πετᾶνε

κι ἔρχονται πάνω μου γιὰ νὰ μὲ φᾶνε.

 

Πές μου ποῦθ᾿ ἔρχεσαι μὲ τέτοια ἀντάρα;

Ἀκοῦς τί γίνεται; Εἶναι λαχτάρα.

Μὲς ἀπ᾿ τὸ μνῆμα σου γιατί νὰ βγεῖς;

Πές μου ποῦθ᾿ ἔρχεσαι; Τί ῾λθες νὰ δεῖς;

 

Ε´

– Mέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιὰ

κλεισμένος ἤμουνα τέτοια νυχτιά,

κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἔστεκα σαβανωμένος

βαθειὰ στὸ μνῆμα μου συμμαζωμένος,

 

Ἔξαφνα ἐπάνω μου μιὰ κουκουβάγια

ἀκούω ποὺ φώναζε· Θανάση Βάγια,

σήκου κ᾿ ἐπλάκωσαν χίλιοι νεκροὶ

καὶ θὰ σὲ πάρουνε νὰ πᾶτ᾿ ἐκεῖ.

 

Τὰ λόγια τ᾿ ἄκουσα καὶ τ᾿ ὄνομά μου.

Σκᾶνε καὶ τρίβονται τὰ κόκκαλά μου.

Κρύβομαι, χώνομαι ὅσο μπορῶ

βαθειὰ στὸ λάκκο μου, μὴ τοὺς ἰδῶ.

 

– Ἔβγα καὶ πρόβαλε, Θανάση Βάγια,

ἔλα νὰ τρέξωμε πέρα στὰ πλάγια.

Ἔβγα, μὴ σκιάζεσαι, δὲν εἶναι λύκοι.

Τὸ δρόμο δεῖξε μας γιὰ τὸ Γαρδίκι.

 

Ἔτζι φωνάζοντας σὰ λυσσασμένοι

πέφτουν ἐπάνω μου οἱ πεθαμμένοι.

Καὶ μὲ τὰ νύχια τους καὶ μὲ τὸ στόμα

πετᾶνε, σκάφτουνε τὸ μαῦρο χῶμα.

 

Καὶ σὰν μ᾿ εὑρήκανε ὅλοι μὲ μία

ἔξω ἀπ᾿ τοῦ τάφου μου τὴν ἐρημιά,

γελώντας, σκούζοντας, ἄγρια μὲ σέρνουν

κ᾿ ἐκεῖ ποὺ μοῦ εἴπανε μὲ συνεπαίρνουν.

 

Πετᾶμε, τρέχομε· φυσομανάει,

τὸ πέρασμά μας κόσμο χαλάει.

Τὸ μαῦρο σύννεφο, ὅθε διαβῇ,

οἱ βράχοι τρέμουνε, ἀνάφτ᾿ ἡ γῆ.

 

Φουσκώνει ὁ ἄνεμος τὰ σάβανά μας

σὰν ν᾿ ἀρμενίζαμε μὲ τὰ πανιά μας.

Πέφτουν στὸ δρόμο μας καὶ ξεκολλᾶνε

τὰ κούφια κόκκαλα, στὴ γῆ σκορπᾶνε.

 

Ἐμπρὸς μᾶς ἔσερνε ἡ κουκουβάγια

πάντα φωνάζοντας· Θανάση Βάγια.

Ἔτσι ἐφθάσαμε σ᾿ ἐκειὰ τὰ μέρη,

ποὺ τόσους ἔσφαξα μ᾿ αὐτὸ τὸ χέρι.

 

Ὤ, τί μαρτύρια! Ὤ! τί τρομάρες!

Πόσες μοῦ ρίξανε σκληρὲς κατάρες!

Μοῦ δῶκαν κ᾿ ἔπια αἷμα πημένο.

Γιὰ ἰδὲς τὸ στόμα μου τό ῾χω βαμμένο.

 

Κι ἐν ᾧ μὲ σέρνουνε καὶ μὲ πατοῦνε

κάποιος ἐφώναξε… Στέκουν κι ἀκοῦνε.

– Kαλῶς σ᾿ εὑρήκαμε, Βιζίρη Ἀλῆ.

Ἐδῶθε μπαίνουνε μὲς στὴν αὐλή.

 

Πέφτουν ἐπάνω του οἱ πεθαμμένοι.

Μὲ παραιτήσανε. Κανεὶς δὲν μένει.

Κρυφὰ τοὺς ἔφυγα καὶ τρέχω ἐδῶ

μὲ σέ, γυναῖκα μου, νὰ κοιμηθῶ.

 

Στ´

– Θανάση σ᾿ ἄκουσα, τραβήξου τώρα.

Μέσα στὸ μνῆμα σου νὰ πᾶς εἶν᾿ ὥρα.

– Μέσα στὸ μνῆμα μου γιὰ συντροφιά,

θέλω ἀπ᾿ τὸ στόμα σου τρία φιλιά.

 

– Ὅταν σοῦ ρίξανε λάδι καὶ χῶμα

ἦλθα, σὲ φίλησα κρυφὰ στὸ στόμα.

– Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…

Μοῦ πῆρ᾿ ἡ κόλαση κειὸ τὸ φιλί.

 

– Φεῦγα καὶ σκιάζομαι τ᾿ ἄγρια σου μάτια.

Τὸ σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.

Τραβήξου, κρύψε τα, κεῖνα τὰ χέρια.

Ἀπ᾿ τὴν ἀχάμνια τους λὲς κι εἶν᾿ μαχαίρια.

 

– Ἔλα γυναῖκα μου, δὲν εἶμαι ῾γὼ

κεῖνος π᾿ ἀγάπησες, ἕνα καιρό;

Μὴ μὲ σιχαίνεσαι, εἶμ᾿ ὁ Θανάσης.

– Φεύγ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάτια μου, θὰ μὲ κολάσεις.

 

Ρίχνεται πάνω της καὶ τήνε πιάνει,

μέσα στὸ στόμα της τὰ χείλη βάνει.

Στὰ ἕρμα στήθια της τὰ ροῦχ᾿ ἀρχίζει,

ποὺ τὴ σκεπάζουνε, νὰ τὰ ξεσχίζει.

 

Τήνε ξεγύμνωσε… τὸ χέρι ἁπλώνει…

Μέσα στὸ κόρφο της ἄγρια τὸ χώνει…

 

Μένει σὰ μάρμαρο. Κρύος σὰ φίδι

τρίζει ἀπ᾿ τὸ φόβο του, στὸ κατακλείδι.

Σὰ λύκος ρυάζεται, τρέμει σὰ φύλλο…

Στὰ δάχτυλα ἔπιασε τὸ Τίμιο Ξύλο.

 

Τὴ μαύρη γλύτωσε, τὸ φυλαχτό της,

καπνός, ἐσβήστηκεν ἀπ᾿ τὸ πλευρό της.

Τότε ἀκούστηκε κι ἡ κουκουβάγια

ἔξω, ποὺ φώναζε: – Θανάση Βάγια!

 

Απόπειρα ανάλυσης και σύνδεσης με την σημερινή κατάσταση των Ελλήνων από τον Δημήτρη Συμεωνίδη JP

 

Το ποίημα «Ὁ Βρυκόλακας» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824–1879) είναι ένα δραματικό, και λαϊκότροπο αφήγημα σε ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους (ζεύγη). Παρουσιάζει τον νεκρό Θανάση Βάγια να βγαίνει από τον τάφο ως βρυκόλακας και να ζητάει από τη χήρα του συντροφιά, φιλιά και επαφή – μια πράξη που τελικά ματαιώνεται όταν εκείνη χρησιμοποιεί τον σταυρό (Τίμιο Ξύλο).

Σχέση με τη σημερινή Ελλάδα

Λαϊκή παράδοση και δεισιδαιμονία – Η εικόνα του βρυκόλακα, που αναβιώνει από τον Βαλαωρίτη, παραμένει ζωντανή στη νεοελληνική λαογραφία και λαϊκή κουλτούρα (ταινίες, τραγούδια, μαρτυρίες από την ύπαιθρο). Σήμερα, αν και όχι ως πίστη, λειτουργεί ως πολιτισμικό αρχέτυπο.

Η σχέση ζωής και θανάτου

Το ποίημα πραγματεύεται το ανεκπλήρωτο, τον πόθο που δεν σβήνει ούτε με τον θάνατο, καθώς και την αδυναμία επιστροφής στο παρελθόν. Αυτό παραπέμπει στη σύγχρονη εμπειρία της απώλειας, του πένθους και της μνήμης – ιδιαίτερα σε μία εποχή που η Ελλάδα βιώνει διαρκείς κρίσεις (οικονομικές, μεταναστευτικές, υγειονομικές), όπου οι νεκροί και οι ζωντανοί συνυπάρχουν συμβολικά.

Πώς τα ταφικά έθιμα και τα μέτρα προστασίας αποτυπώνονται στο ποίημα:

 

  1. Στόμα: Το πιο ευάλωτο σημείο

Στο ποίημα, ο Θανάσης Βάγιας περιγράφει την κατάρα του: «Μοῦ δῶκαν κ᾿ ἔπια αἷμα πημένο. Γιὰ ἰδὲς τὸ στόμα μου τό ῾χω βαμμένο». Αυτή η εικόνα δεν είναι τυχαία. Στη λαϊκή αντίληψη, το στόμα θεωρούνταν η κύρια είσοδος για το κακό πνεύμα ή το σημείο από όπου ο βρυκόλακας θα τρέφονταν.

Για να το αποτρέψουν, οι ζωντανοί εφάρμοζαν τελετουργίες «σφράγισης» του στόματος του νεκρού:

 

Τοποθέτηση κεριού ή αντικειμένου: Μια πολύ διαδεδομένη πρακτική, ειδικά στη Μυτιλήνη (απ’ όπου καταγόταν και ο Βαλαωρίτης), ήταν να τοποθετούν στο στόμα του νεκρού ένα κομμάτι πήλινο ή κερί, συχνά χαραγμένο με το σύμβολο του πεντάλφα ή την επιγραφή «Ιησούς Χριστός νικά» .

Ο Θανάσης Βάγιας δεν έχει κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι το στόμα του είναι «βαμμένο» με αίμα και ότι ζητά φιλιά το καθιστά την ενσάρκωση του ανεξέλεγκτου βρυκόλακα. Η χήρα, βλέποντάς τον, αντιλαμβάνεται αμέσως την απειλή.

  1. Ο Σταυρός: Το απόλυτο «αντίδοτο»

Η κορύφωση του ποιήματος έρχεται όταν η χήρα, για να σωθεί, πιάνει το φυλαχτό της: «Στὰ δάχτυλα ἔπιασε τὸ Τίμιο Ξύλο. Τὴ μαύρη γλύτωσε, τὸ φυλαχτό της». Η πράξη αυτή είναι η απόλυτη εκδίωξη του βρυκόλακα.

Η παράδοση επιβεβαιώνει ότι το μόνο πράγμα που μπορούσε να σταματήσει έναν βρυκόλακα ήταν η δύναμη της Εκκλησίας. Τα προστατευτικά μέτρα που έπαιρναν ήταν τα εξής:

Ενταφιασμός με εκκλησιαστική τελετή

 Η Ορθόδοξη Εκκλησία καθιέρωσε ότι μόνο η σωστή ταφή μπορούσε να αποτρέψει έναν νεκρό από το να γίνει βρυκόλακας .

 

Αφορισμός

Αντίθετα, όποιος πέθαινε αφορισμένος, καταραμένος ή με βίαιο θάνατο, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα γινόταν βρυκόλακας .

Φυλαχτά και σύμβολα:

 Στον τάφο τοποθετούσαν σταυρούς από κερί, εικόνες και τα προαναφερθέντα σύμβολα . Το «Τίμιο Ξύλο» (σταυρός) της χήρας είναι το έσχατο όπλο.

  1. Το Κάρφωμα: Η ύστατη λύση

Αυτό είναι το πιο βίαιο μέτρο και δεν εμφανίζεται άμεσα στο ποίημα. Ο Θανάσης Βάγιας καταφέρνει να σηκωθεί και να φύγει μόνος του από τον τάφο, χωρίς να χρειαστεί οι ζωντανοί να τον ξεθάψουν. Η λαϊκή παράδοση όμως προέβλεπε και αυτή την περίπτωση.

Όταν ένας βρυκόλακας ήταν ύποπτος, οι χωρικοί ξέθαβαν το πτώμα. Αν το έβρισκαν «ζωντανό» (δηλαδή πρησμένο, με αίμα στο στόμα και νύχια που είχαν μεγαλώσει), τότε προχωρούσαν στο λεγόμενο «σταύρωμα»:

Πάστωμα (κάρφωμα): Η πιο γνωστή μέθοδος ήταν να καρφώσουν έναν πάσσαλο ή ένα μεγάλο καρφί (συχνά σιδερένιο) μέσα από την καρδιά του πτώματος, καρφώνοντάς το στο έδαφος του φέρετρου, ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί .

 

Αποκεφαλισμός και καύση: Άλλες λύσεις ήταν να κόψουν το κεφάλι και να το θάψουν μακριά από το σώμα, ή να κάψουν ολοσχερώς το πτώμα για να εξαφανιστεί οριστικά .

Συμπέρασμα

Το ποίημα «Ὁ Βρυκόλακας» είναι μια ποιητική αποτύπωση της λαϊκής δεισιδαιμονίας. Δεν περιγράφει το ίδιο το κάρφωμα, αλλά μας δείχνει γιατί αυτή η φρικτή πρακτική ήταν απαραίτητη:

Ο βρυκόλακας είναι υπερφυσικά ισχυρός: Εμφανίζεται αυτόβουλα, τρομάζει, έχει υπεράνθρωπη δύναμη (σέρνει τον ποιητή στον αέρα).

Η σεξουαλική του ορμή: Η επιθυμία του για τη γυναίκα του είναι ο κύριος σκοπός του, ένα κλασικό χαρακτηριστικό του βρυκόλακα.

Η μόνη άμυνα είναι η πίστη: Και οι τρεις πρακτικές (σφράγισμα στόματος, σταύρωμα με πάσσαλο, χρήση σταυρού) αποτελούν μια συνεχή κλιμάκωση βίας, της οποίας η κορυφή δεν είναι το ατσάλι, αλλά ο σταυρός.

Ο Βαλαωρίτης, γράφοντας στα μέσα του 19ου αιώνα, δεν περιγράφει απλά μια ιστορία φαντασίας. Καταγράφει μια πίστη βαθιά ριζωμένη στην ελληνική ύπαιθρο της εποχής του, μια πίστη που εξηγούσε τον τρόμο μπροστά στον θάνατο και υπαγόρευε ακραίες συμπεριφορές, όπως το κάρφωμα των νεκρών.

Η ζωή των σημερινών Ελλήνων που υποφέρουν οικονομικά

Το ρομαντικό ποίημα του 19ου αιώνα με τη σύγχρονη βιωματική πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Η σύνδεση αυτή δεν είναι αυθαίρετη· το ποίημα «Ὁ Βρυκόλακας» μπορεί να διαβαστεί ως μια ισχυρή αλληγορία για τη σχέση του σημερινού Έλληνα με το παρελθόν που τον στοιχειώνει, τα ανεξόφλητα χρέη (οικονομικά και υπαρξιακά) και την αίσθηση παγίδευσης.

  1. Ο βρυκόλακας ως το παρελθόν που δεν φεύγει

Ο Θανάσης Βάγιας επιστρέφει από τον τάφο μετά από «χρόνοι πολλοί». Δεν μπορεί να ησυχάσει, δεν μπορεί να αφήσει τη γυναίκα του ήσυχη. Αυτό θυμίζει έντονα το πώς τα οικονομικά προβλήματα στην Ελλάδα της κρίσης (2009-σήμερα) επιστρέφουν συνεχώς:

Μνημόνια και δανειστές: Σαν τον βρυκόλακα, οι δανειστές (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ) «βγαίνουν το βράδυ» και «στέκονται βουβοί» απαιτώντας νέα μέτρα.

 

Φόροι και εισφορές: Η εφορία, τα τέλη, ο ΦΠΑ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές — όλα αυτά λειτουργούν σαν τον βρυκόλακα: «Πέφτουν επάνω μου οι πεθαμμένοι» και «με τα νύχια τους σκάφτουνε το μαύρο χώμα» (τον ήδη άδειο τραπεζικό λογαριασμό).

  1. Η χήρα ως ο σημερινός μέσος Έλληνας

Η χήρα είναι μόνη, φτωχή, εξουθενωμένη, και δεν παίρνει ελεημοσύνη: «Όλοι με φεύγουνε, κανείς δεν δίνει, στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη». Αυτή η εικόνα ταυτίζεται απόλυτα με:

Τους νέους ανέργους: Πτυχίο, μεταπτυχιακό, αλλά καμία πρόσληψη. «Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;» λένε οι εργοδότες μπροστά στο βιογραφικό.

Τους συνταξιούχους: Με μειωμένες συντάξεις, χωρίς περίθαλψη, βλέπουν τα χρόνια τους να εξαφανίζονται σαν τον Θανάση: «Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί… Μου πήρε η κόλαση κειό το φιλί» — το φιλί της ασφαλούς ζωής.

  1. Το σώμα που σαπίζει: Η φθορά της καθημερινότητας

Ο βρυκόλακας περιγράφεται με φρικιαστικές λεπτομέρειες: «πράσινος», «μυρίζεις χώμα», «σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου», «το σάπιο κρέας σου πέφτει κομμάτια». Αυτή η εικόνα παραπέμπει στην ψυχική και σωματική φθορά της οικονομικής δυσπραγίας:

 

Κατάθλιψη και άγχος: «Βλέπεις πώς έγινα;» λέει η χήρα. Χιλιάδες Έλληνες ταυτίζονται: έχασαν βάρος, απέκτησαν αϋπνίες, αρρώστησαν από το άγχος.

Υποβάθμιση της ζωής: Το σπίτι που δεν συντηρείται, το αυτοκίνητο που δεν πάει για σέρβις, τα ρούχα που αγόραζαν πριν 10 χρόνια. «Μέσα στον τάφο μου κλεισμένος» είναι ο φτωχός που ζει σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα, χωρίς θέρμανση.

  1. Το αίτημα για «τρία φιλιά»: Η απεγνωσμένη ανάγκη για ανθρώπινη επαφή

Ο Θανάσης ζητάει συντροφιά και φιλιά. Δεν θέλει χρήματα — θέλει να νιώσει ζωντανός μέσα από την επαφή. Οι σημερινοί οικονομικά ασθενέστεροι Έλληνες βιώνουν μια απίστευτη μοναξιά:

Η οικογένεια που διαλύεται: Γονείς που δεν μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά τους, παιδιά που έχουν φύγει στο εξωτερικό (το νέο brain drain). Η επαφή περιορίζεται σε ένα τηλεφώνημα.

Η απώλεια της αξιοπρέπειας: Όταν δεν μπορείς να πληρώσεις, αποφεύγεις φίλους, συγγενείς, συναντήσεις. «Μη με σιχαίνεσαι, είμ’ ο Θανάσης», λέει ο βρυκόλακας. «Μην με σιχαίνεστε, είμαι ο παλιός σας γείτονας» λέει ο σημερινός υπερχρεωμένος.

  1. Το «Τίμιο Ξύλο»: Η τελευταία ελπίδα

Στο ποίημα, η χήρα σώζεται μόνο όταν πιάνει τον σταυρό. Στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης, αυτό το «φυλαχτό» παίρνει διάφορες μορφές:

Η οικογενειακή βοήθεια: Οι παππούδες που μοιράζουν τη σύνταξη, η γιαγιά που μαγειρεύει φαγητό για όλους.

Η αλληλεγγύη: Τα κοινωνικά παντοπωλεία, οι λαϊκές αγορές χωρίς μεσάζοντες, τα αλληλοβοηθητικά δίκτυα γειτονιάς.

Η επιβίωση μέσω της πίστης ή της δημιουργικότητας:

 Πολλοί στράφηκαν στην εκκλησία, άλλοι στη μουσική, στην ποίηση, στο θέατρο — σαν ένα «Τίμιο Ξύλο» που τους κρατάει όρθιους.

  1. Το τέλος: Καπνός — η εξαφάνιση

Στο ποίημα, ο βρυκόλακας δεν νικιέται, αλλά «καπνός εσβήστηκεν». Δεν υπάρχει λύτρωση, απλά προσωρινή εξαφάνιση. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με την αγωνία του σημερινού Έλληνα:

Κανείς δεν ξέρει πότε θα ξαναεμφανιστεί η επόμενη κρίση. Κανείς δεν ξέρει αν τα χρέη θα διαγραφούν ποτέ.

Η ζωή είναι μια ασταμάτητη μάχη με το φάσμα της φτώχειας που «μυρίζει χώμα» και «τρέμει σα φύλλο».

 

Συμπέρασμα

Το ποίημα του Βαλαωρίτη δεν είναι απλά μια λαϊκή ιστορία τρόμου. Είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει την εμπειρία της παγίδευσης από μια δύναμη που δεν μπορείς να ελέγξεις, που επιστρέφει κάθε βράδυ, που ρουφάει κάθε σταγόνα ζωής, και που απαιτεί συνεχώς — φιλιά, συντροφιά, σώμα, ψυχή. Ο σημερινός Έλληνας που υποφέρει οικονομικά ζει ακριβώς αυτήν την ιστορία: το παρελθόν του (χρέη, υποσχέσεις, όνειρα) τον κυνηγάει σαν βρυκόλακας, και η μόνη του ελπίδα είναι μικρές, συχνά συμβολικές, αντιστάσεις — τα δικά του «Τίμια Ξύλα».

Βιογραφικό:

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, γιος του επιχειρηματία και γερουσιαστή Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας το γένος Τυπάλδου Φορέστη. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Λύκειο της Λευκάδας (1830-1837), κατόπιν φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα (1838-1841) και ταξίδεψε στην Ιταλία και την ελεύθερη Ελλάδα (1841-1842). Ακολούθησαν σπουδές στη Γενεύη (όπου πήρε πτυχίο προλύτη Γραμμάτων και επιστημών από το εκεί κολλέγιο), το Παρίσι (νομικά) και τέλος την Πίζα, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ νομικής στο εκεί πανεπιστήμιο. Μεσολάβησε (1846) προσβολή του από τυφώδη πυρετό και επιστροφή στη γενέτειρά του. Ακολούθησαν ταξίδια του στην Ιταλία και την Αυστρία, όπου με κίνδυνο της ζωής του πήρε μέρος σε ενέργειες υπέρ της ελληνικής απελευθέρωσης. Παράλληλα μελέτησε γερμανική φιλοσοφία και το 1847 είχε ήδη τυπώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Στιχουργήματα στην Κέρκυρα. Ακολούθησε μια περίοδος περιπλάνησής του στην Ιταλία, κυρίως στη Βενετία. Εκεί πήρε μέρος σε φοιτητικές κινητοποιήσεις και γνώρισε την κόρη του Αιμιλίου Τυπάλδου Ελοϊσία, την οποία παντρεύτηκε το 1852. Από τον γάμο του απέκτησε τρεις κόρες (τη Μαρία, που πέθανε το 1855 σε βρεφική ηλικία, μια δεύτερη, επίσης Μαρία, που πέθανε το 1866 και τη Ναθαλία, που πέθανε το 1875 στη Βενετία) και δύο γιους, τον Νάνο και τον Αιμίλιο. Μετά τον γάμο του ταξίδεψε στην Ευρώπη για ένα χρόνο και όταν επέστρεψε στη Λευκάδα ενίσχυσε το επαναστατικό κίνημα της Ηπείρου με άντρες και χρήματα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του τότε άγγλου αρμοστή και να αναγκαστεί να φύγει για την Ιταλία ξανά. Το 1856 πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του. Το 1857 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο Μνημόσυνα, που τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Το 1864 επισκέφτηκε την Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο της Ιονίου Βουλής και άλλους επιφανείς πολιτικούς και συνέταξε το σχέδιο για το ψήφισμα της Ένωσης. Η εμφάνισή του στην Εθνοσυνέλευση στέφτηκε από μεγάλη επιτυχία. Εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου (1865 και 1868), αρνήθηκε όμως να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα. Μετά τις εκλογές του 1868, απογοητευμένος από την πολιτική αποσύρθηκε και απομονώθηκε στη Μαδουρή, ένα μικρό νησί κοντά στη Λευκάδα. Εκεί συνέθεσε το ποίημα Διάκος και τον Αστραπόγιαννο, έργα που τύπωσε μαζί το 1867. Κατόπιν πρόσκλησης του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1871 έγραψε και απήγγειλε με μεγάλη επιτυχία ένα ποίημα για τον Πατριάρχη στην αποκάλυψη του ανδριάντα του. Πέθανε το 1879. Λίγο πριν τον θάνατό του έγραψε τα τρία πρώτα άσματα του Φωτεινού, έργου που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του. Ο Φωτεινός εντάχθηκε στο δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο των έργων του που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του, το 1891. Έγραψε επίσης λίγες μεταφράσεις (Η Λίμνη του Λαμαρτίνου, Το τριακοστό τρίτο άσμα της Κόλασης του Δάντη κ.α.) και δημοσίευσε άρθρα πολιτικού και ιστορικού προβληματισμού.Στο έργο του Βαλαωρίτη συναντιέται η γλωσσική τεχνοτροπία της Επτανησιακής Σχολής με εκείνη της Αθηναϊκής. Τα ποιητικά του έργα είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα ενώ τα πεζά του στην καθαρεύουσα. Ο επικός χαρακτήρας των έργων του, καθώς επίσης οι αγώνες του για την Πατρίδα, του χάρισαν τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή, ενόσω ακόμη ήταν εν ζωή. Η κριτική διχάστηκε στην περίπτωση του Βαλαωρίτη και ποικίλει από την πλήρη αποδοχή (Παλαμάς, Ροΐδης, Σικελιανός) ως την πλήρη άρνηση (Πολυλάς, Πανάς, Βερναρδάκης).

 

Πηγές :

 

users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/aristotelhs_balawriths_poems.htm

users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/Biografies/valaoritis.htm

BOARDMAN JOHN: : ; Έθινα Ταφής στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο 

Απόπειρα ανάλυσης και σύνδεσης με την σημερινή κατάσταση των Ελλήνων από τον Δημήτρη Συμεωνίδη JP

 

Photo Από Σπυρίδων Προσαλέντης – Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, Συλλογή Ελ. Καραπαναγιώτη, Κοινό Κτήμα, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=6400787, https://el.wikipedia.org/wiki/

 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Pin It on Pinterest