Πώς ανασαίνει ένα άδειο δωμάτιο
όταν έχει φύγει αυτό που αγαπάς;
Ανασαίνει με τον απόηχο όσων δεν ειπώθηκαν.
Πώς λυγίζει το φως
στις γωνιές της μνήμης;
Λυγίζει εκεί όπου το βλέμμα δεν αντέχει να φτάσει.
Πώς μεγαλώνουν οι λέξεις
όταν τις ξεχνάς;
Μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή εκείνων που τις πρόδωσαν.
Πώς σπάει η σιωπή
χωρίς να ακουστεί;
Σπάει όταν κάποιος τη νιώσει πιο δυνατά απ’ τον ήχο.
Πώς ένα βλέμμα βαραίνει
περισσότερο από χίλια σώματα;
Όταν κουβαλά μέσα του όλη την αλήθεια που φοβήθηκε να πει.
Πώς σβήνει ένα όνειρο
όταν δεν έχεις πάψει να το αγγίζεις;
Σβήνει μόνο όταν πάψει να ποτίζεται με ελπίδα.
Πώς αντέχει ο χρόνος να μας κουβαλάει
όταν εμείς δεν μπορούμε να σηκώσουμε ούτε τον εαυτό μας;
Αντέχει γιατί είναι φτιαγμένος από τη δύναμη της υπομονής.
Πώς πλέκεται μια απουσία
μέσα σε άδεια σεντόνια;
Πλέκεται σαν σκιά μέσα στις πτυχώσεις της ανάγκης.
Πώς σταλάζει η νύχτα
μέσα από κλειστά μάτια;
Σταλάζει όταν η ψυχή ζητά καταφύγιο στο όνειρο.
Πώς ένα χαμόγελο
μπορεί να κρύβει μια θλίψη βαθύτερη από θάλασσα;
Κρύβει όταν έχει μάθει να φορά τη μάσκα του φωτός.
Πώς το χώμα θυμάται
όλα όσα ξεχνάει ο ουρανός;
Θυμάται γιατί φιλοξενεί ό,τι ο ουρανός λησμονεί.
Πώς μια στιγμή γίνεται πληγή,
γίνεται τραγούδι,
γίνεται σιωπή;
Όταν την αγαπήσεις μέχρι να πονέσεις.
Πώς η καρδιά κρύβεται
πίσω από αδιάφορες λέξεις κι όμως χτυπά
σαν τύμπανο πολέμου;
Χτυπά δυνατότερα κάθε φορά που σωπαίνει.
Πώς ένα τίποτα γίνεται τα πάντα
όταν δεν έχεις πια τίποτα;
Γίνεται τα πάντα, όταν όλα τα άλλα έχουν χαθεί και μένει μόνο η αγάπη.
Πώς να σωπάσει η ψυχή
όταν ακόμα καίγεται μέσα στη στάχτη της;
Δεν σωπαίνει φλέγεται για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί,
και να θυμηθεί ξανά πώς είναι να αγαπάς.
photo FrankyFromGermany, https://pixabay.com























