Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα – μια ιστορία σε συνέχειες
Στο προηγούμενο: Ο Τηλέμαχος κέρδισε το λαχείο και έχτισε σπίτι στο Μενίδι για να παντρευτεί τη Σεβαστή.
Η Πρώτη Μοναξιά του Χρόνου
Όταν εγω μετακομισα στο Μενίδι από την Αθήνα μου φάνηκε πολύ άσχημο μέρος, επειδή ήμουν κορίτσι της πόλης. Θυμάμαι ότι κάποιες φορές πριν παντρευτούμε καθόμασταν μαζί και του έλεγα: «Ας είμαστε μαζί» και του έδειχνα τον Υμηττό, λέγοντας «εκεί πάνω στην κορυφή μόνο να υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο μόνο για εμάς, αρκεί είμαστε μαζί. Αυτό μου φτάνει!» Αυτός το έπιασε αυτό. Όταν όμως αυτό έγινε πραγματικότητα, έπεσα σε μελαγχολία. Μετά τον γάμο, έπεσα σε μελαγχολία.
Είχα μερικές γειτόνισσες. Όταν λέω γειτόνισσες, όχι δίπλα, η πρώτη γειτόνισσα ζούσε περίπου ένα χιλιόμετρο ή οκτακόσια μέτρα πιο κάτω στο δρόμο. Δεν μπορούσες ούτε να φωνάξεις να δανειστείς ένα αυγό. Κάθε πρωί μετά τον γάμο, έπαιρνα ένα μικρό σταμνάκι και περπατούσα για να φέρω νερό ώστε να έχουμε να πίνουμε. Όσο για εκείνον, έφευγε κάθε πρωί για τη δουλειά του και γυρνούσε γύρω στις δυο ή τρεις το μεσημέρι, επειδή έκανε πολύ ώρα μέχρι να πάει και να γυρίσει.
Ήμουν μόνη στην ερημιά, αλλά τότε ήταν ακίνδυνο επειδή δεν υπήρχαν ούτε κλέφτες ούτε φονιάδες. Όλες οι πόρτες μου δεν είχαν κλειδαριές. Αφήναμε το Μενίδι για να πάμε στην Αθήνα να επισκεφθούμε τη μητέρα μου, αφήναμε το σπίτι και το αμπέλι πίσω μας κλείνοντας μια απλή ξύλινη πόρτα, χωρίς κλειδωνιά, απλά κρατημένη με μια πρόκα και ένα τενεκέ. Φεύγαμε και ερχόμασταν στη μάνα μου και δεν έτρεχε τίποτα, ήταν απόλυτα ασφαλές.
Όταν ο άντρας μου ερχόταν στο σπίτι δεν πήγαινε πουθενά, ούτε καν σε ένα καφενείο, επειδή δεν υπήρχε τίποτα εκεί γύρω. Αλλά όποτε ήταν να πάει για δουλειά στο χωριό στο Μενίδι, με έπαιρνε μαζί και πηγαίναμε για βόλτα. Αυτός απολάμβανε πραγματικά αυτήν τη ζωή. Πέρασαν τέσσερα χρόνια έτσι μέχρι να γεννηθεί η μητέρα σου, επειδή δε γεννήθηκε αμέσως και αυτά τα χρόνια ήταν δύσκολα για μένα. Είχα μια μελαγχολία μέσα μου. Όλο το μυαλό μου ήταν πίσω, στη μητέρα μου, στους δικούς μου, στην παλιά μου γειτονιά.
Καθόμουν σπίτι όλη μέρα περιμένοντας ανυπόμονα την επιστροφή του. Όταν γύριζε, καθόμασταν μαζί. Όταν πηγαίναμε για βόλτα, πηγαίναμε μαζί. Πού να πηγαίναμε; Συνήθως στην αδελφή του στο Γαλάτσι. Περνάγαμε από τον Κόκκινο Μύλο, περπατούσαμε για μιάμιση ώρα, κανονικά θα έπαιρνε δύο ώρες, αλλά αυτός ήξερε μονοπάτια και να κόβει δρόμο. Μερικές φορές παίρναμε το λεωφορείο για την επιστροφή. Το κάναμε για να περπατήσω κι εγώ, επειδή αλλιώς θα περνούσα όλη την ημέρα καθισμένη μέσα στο σπίτι.
Αλλά όταν έπρεπε να μείνει τη νύχτα στην υπηρεσία, μου έλεγε να πάω να κοιμηθώ στο σπίτι της μάνας μου. Μου ζητούσε να του ετοιμάσω τα πράγματά του, του έβαζα μια τσάντα με ένα σεντόνι και με έπαιρνε μαζί του το πρωί και με άφηνε στη μάνα μου. Την πρώτη φορά που πέρασα τη νύχτα στο σπίτι της μαμάς μου ενώ αυτός έμενε στην υπηρεσία, ήρθε να με παραλάβει την επόμενη μέρα, αλλά εγώ αρνήθηκα να φύγω. Του είπα: «Κάτσε εσύ εκεί, εγώ δεν έρχομαι». Εκείνος είπε: «Μα καλή μου, μα χρυσή μου, έχουμε τις κότες, έχουμε τα σκυλιά». Είχε φέρει και ζώα.
Η κατάσταση ξεκαθάρισε όταν έμεινα έγκυος και γέννησα το πρώτο μου παιδί. Γιατί είχα δύσκολη εγκυμοσύνη και η γιατρός είπε να μείνω στο κρεβάτι. Ποιός να με προσέξει στο Μενίδι; Έτσι εγώ γύρισα στη μάνα μου και αυτός έμενε μόνος στο σπίτι να τα φροντίζει όλα. Όταν γέννησα η μητέρα μου πρότεινε να μείνω για τις σαράντα ημέρες μετά τον τοκετό και μετά να φύγω.
Ωστόσο, όταν ήρθε η σαρακοστή ημέρα, ήταν κοντά στα Χριστούγεννα και η μητέρα μου δεν ήθελε να με αφήσει να φύγω. Της άρεσε το μωρό, όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με την μπέμπα. Έτσι, αποφασίσαμε να περάσουμε τα Χριστούγεννα μαζί και οι δικοί μου με αφήσανε να φύγω την Πρωτοχρονιά για να επιστρέψω στο Μενίδι. Έτσι κι έγινε. Τα δώρα του κόσμου που ήρθε να με δει και τα δώρα των Χριστουγέννων, μας τα έδιναν στο σπίτι στην Αθήνα. Αλλά την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, είπαμε ότι πρέπει πια να πάμε στο δικό μας σπίτι να γιορτάσουμε τη γιορτή του Τηλέμαχου, που γιόρταζε Πρωτοχρονιά. Έτσι, ανεβήκαμε εκεί πάνω, όπου το σπίτι ήταν κλειστό.
Δεν είχαμε πολλά έπιπλα εκεί -αλλά καρέκλα δεν είχαμε, γιορτή θα κάναμε. Η μητέρα μου μπορούσε να μείνει μόνο για μια μέρα, γιατί μετά έπρεπε να επιστρέψει γρήγορα καθώς και η ίδια είχε μεγάλη οικογένεια να φροντίσει. Άλλο που ήμουνα στα πόδια της μέσα στο σπίτι της για να με περιποιηθεί και όλοι με είχαν στα όπα-όπα, άλλο στο δικό μου σπίτι.
Για πρώτη φορά, λοιπόν, στις 2 Ιανουαρίου, έμεινα μόνη με το μωρό. Η μητέρα μου επέστρεψε στην Αθήνα με τον άντρα μου. Αυτός πήγε στη δουλειά κι αυτή πήγε πίσω στο σπίτι της. Το σπίτι άδειασε, υπήρχε ξαφνικά απόλυτη ησυχία και το μωρό άρχισε να κλαίει… δεν έβαζε γλώσσα μέσα της. Να μην ξέρω τι να κάνω. Να μην υπάρχουν γειτόνισσες να βγω να ρωτήσω τι έχει και δεν υπήρχε και τηλέφωνο να καλέσω τον άντρα μου και να του πω ότι το μωρό έκλαιγε. Να είμαι σε απόγνωση.
Έτσι, η καημένη, καθόμουν στην κουζίνα, στην οποία είχε κάνει ο Τηλέμαχος μια προέκταση και ήταν τεράστια. Η κουζίνα είχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε προς τις ράγες του τρένου και ένα άλλο παράθυρο προς την Αθήνα, κάνοντας το δωμάτιο πολύ φωτεινό. Καθόμουν στην κουζίνα κρατώντας το μωρό και κλαίγαμε και οι δυο, επειδή δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν είχαμε ηλεκτρισμό και νερό τρεχούμενο και χωρίς αυτά δεν είχα πολλά μέσα να ηρεμήσω το παιδί.
Και ξαφνικά, γύρω στο μεσημέρι, μου χτυπάει η πόρτα. Ήμουν στην κουζίνα επειδή ολόκληρη η ζωή μου είχε επικεντρωθεί γύρω από αυτήν την τεράστια κουζίνα. Όλες τις ώρες τις περνούσα εκεί γιατί είχε μια ξυλόσομπα που παρείχε ζεστασιά. Είχα τοποθετήσει και ένα διπλό ντιβάνι δίπλα στη σόμπα και την κούνια του μωρού και τον υπόλοιπο χώρο τον είχα για να μαγειρεύω. Έτσι, πήγα να ανοίξω την πόρτα με το μωρό στα χέρια μου, καθώς το μωρό εξακολουθούσε να κλαίει.
Η γυναίκα που βρισκόταν μπροστά μου ήταν η γυναίκα ενός φίλου του Είχε πάει να επισκεφθεί τον αδερφό της που έμενε πιο πάνω και επειδή ήταν καλεσμένη στη γιορτή που είχαμε την προηγούμενη ήξερε τον δρόμο για το σπίτι μας. Φυσικά, το βρήκε -σάμπως υπήρχε κι άλλο σπίτι στην περιοχή, μόνο ένα ήταν!
Χτύπησε στην πόρτα και πήγα να την ανοίξω με το μωρό στα χέρια μου ακόμα να ουρλιάζει. Τη ρώτησα: «Κυρία Ειρήνη, ποιος Θεός σας έστειλε; Ποιος άγιος;» Απάντησε: «Γιατί, τι κάνεις;» «Τι μπορώ να κάνω;» είπα. «Δεν ξέρω. Αφότου έφυγε η μητέρα μου, το μωρό δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα του, δεν έχει σταματήσει να κλαίει».
«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε. «Στην κουζίνα» είπα. «Εκεί είναι το στέκι μου, εκεί βρίσκω ζεστασιά, εκεί είναι και η φωτιά μου». «Έλα, πάμε εκεί,» είπε. «Θα φτιάξεις λίγο χαμομήλι». Είδε ότι είχα χαμομήλι και είπε: «Βάλε λίγο λάδι σε ένα τηγανάκι». Προσθέσαμε τα άνθη χαμομηλιού από πάνω και είπε: «Τώρα θα το βάλεις μέσα στο μπιμπερό του μωρού, πρόσθεσε και λίγο γάλα από φόρμουλα». Με τα πολλά κάπως το μωρό ηρέμησε.
Όταν γύρισε ο Τηλέμαχος και βρήκε ακόμα τη γυναίκα εκεί κι εμένα σε άσχημη κατάσταση που δεν μπορούσα να φροντίσω το μωρό, συνειδητοποίησε πόσο δύσκολο είναι για μια γυναίκα μόνη της με ένα μικρό παιδί και πήρε μια νέα απόφαση.
(συνεχίζεται)
photo Reissaamme, https://pixabay.com















































