Το βιβλίο που έχει γράψει η Φωτεινή Τσαλίκογλου «Ο Ιωσήφ ήρθε μετά» δεν είναι μια απλή οικογενειακή ιστορία αλλά ένα ψυχολογικό δράμα που το κάθε μέλος της οικογένειας αντιπροσωπεύει μια διαφορετική εκδοχή της ανθρώπινης ευθραυστότητας. Η δημιουργική ματιά της συγγραφέως είναι βασισμένη στην ψυχική διάσταση των χαρακτήρων -ως ψυχολόγος έχει αναλύσει κάθε πτυχή τους- πέρα από τις πράξεις τους διεισδύοντας στα ανήλιαγα βάθη τους για να φωτίσει εκείνα τα υπόγεια ρεύματα που κινούν τις πράξεις και τις αντιδράσεις τους. Με συγγραφική μαεστρία ενσαρκώνει το διαταραγμένο και ανολοκλήρωτο ψυχικό βάρος του Ιωσήφ με τις ελλείψεις, τις ανάγκες, τις παραμορφώσεις, τις κακές συμπεριφορές οι οποίες του γεννούν μια δυσλειτουργική οικογενειακή συνύπαρξη. Ο Ιωσήφ είναι ένα παιδί που γεννιέται στη θέση του αδερφού του που δεν πρόλαβε να γεννηθεί. Από την πρώτη του ανάσα φέρει το βάρος μιας απουσίας που μετατρέπεται σε σκοτεινή παρουσία. Η συγγραφέας τολμά να παρακολουθήσει την ενηλικίωση μέσα από μια ακολουθία οικογενειακών παραλείψεων, σιωπών και βαθιών τραυμάτων, που εντείνουν τα άγρια ένστικτα του καθώς δεν συναντά εύκολες εξηγήσεις ή καθησυχαστικές ψυχολογικές ερμηνείες. Αντίθετα, βυθίζεται σε αδιανόητες συμπεριφορές, εκεί όπου το κακό -ως ο καθρέφτης της ψυχής του- δεν είναι μια ουτοπία αλλά η καθημερινή προσπάθεια του μέσα από τη βία στους γονείς και στην αδελφή του να επιβεβαίωση την ύπαρξής του.
Ζει στον μικρόκοσμό του αδυνατώντας να συνδεθεί, να εμπιστευτεί, να αγαπήσει και όλο και πιο πολύ και πιο έντονα τοποθετεί την ψυχή του σε μια μόνιμη κατάσταση εσωτερικής απομόνωσης χωρίς ούτε μια στιγμή να προστατεύει τον εαυτό του.
Το χάσμα βαθαίνει από την αδυναμία της μητέρας να του θέσει όρια, όχι από αφέλεια αλλά ίσως από φόβο, ενοχή ή από την ανάγκη της να αισθάνεται πως είναι απαραίτητη, περισσότερο για να καθησυχάζει τις ελλείψεις της. Από αυτό το διστοπικό περιβάλλον η ψυχική της άμυνα καταρρέει και η ζωή της οδηγείται σε οδυνηρή κατάληξη να νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό ίδρυμα, κι αυτό γιατί η ίδια δεν υπήρξε ποτέ πρωταγωνίστρια της ύπαρξης της από μια άκριτη αγάπη προς τον Ιωσήφ που τελικά είναι και η καταστροφή της. Στο τέλος με την πραγματικότητα που βιώνει ξεπερνά τα όρια της και ορθώνεται μια ψυχική άμυνα που εισβάλλει βίαια μέσα της και την στρέφει εναντίον του.
Ο πατέρας σαν άυλη σκιά κινείται με τον δικό του τρόπο στην προσπάθεια του να κρατήσει, όσο τα καταφέρνει, μια θετική στάση απέναντι στον γιο του: «γιος μου είναι, δεν μπορώ να τον αφήσω» λέει προβάλλοντας την ηθική του συνέπεια ως γονιός μέσα από τον συναισθηματικό του κόσμο που σε καμία περίπτωση δεν φαντάζει ως αδυναμία, αλλά ως μια στάση γεμάτη ευθύνη. Μια ευθύνη που πηγάζει από την ιστορία του εμφυλίου κάτι που τον έχει επηρεάσει και δεν είναι καθόλου τυχαίο γεγονός στη ζωή του. Σαν εξομολόγηση εξιστορεί στην κόρη του την καθαρή προσωπική του εμπειρική τοποθέτηση για το πώς η κοινωνικοπολιτική ιδεολογία και η βία διαμορφώνουν ανθρώπους που κατόπιν προσπαθούν εναγωνίως να κερδίσουν την απλή ζωή και να ζήσουν ειρηνικά.
Προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει μια ισορροπία για να αντιμετωπιστεί αυτή διστοπική κατάσταση με την βαθιά διαταραχή. Κάτι που δεν καταφέρνει καθώς είναι πάνω από τις δυνάμεις του και δεν έχει εκείνα τα εργαλεία που θα κατάφερναν να σταματήσουν το ζόφο, το μίσος και τη βία που ασκεί επάνω τους ο Ιωσήφ. Η κόρη άλλη μια τραγική φιγούρα είναι η κεντρική ηρωίδα που περιστρέφεται η ηθική του έργου και ως η μοναδική φωνή λογικής δέχεται την κακή συμπεριφορά του Ιωσήφ και όλη την κατάσταση σε ένα σπίτι που καταρρέει.
Είναι η μόνη στην οικογένεια που βλέπει καθαρά, με συνείδηση και αντίσταση, που σκέφτεται νηφάλια και δεν παρασύρεται στη δίνη των γεγονότων από ενοχές, φόβους ή λαθεμένες αντιλήψεις. Με το βάρος της ευθύνης που της αναλογεί προσπαθεί με κάθε τρόπο να συμμορφώσει τη συμπεριφορά του αδερφού της αλλά να βάλει τάξη και στη συνολική οικογενειακή κατάσταση. Κι όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο ως ύστατη πράξη αυτοπροστασίας και ωριμότητας, αντιμετωπίζει τη φυγή του Ιωσήφ ως λύτρωση ώστε να βρεθεί η φυσικότητα των ήρεμων ημερών. Μόνη αλλά σχετικά ελεύθερη δεν αισθάνεται ήττα τη μοναξιά που βιώνει αλλά την αρχή μιας νέας αρχής με καινούρια ταυτότητα, Το ξεκίνημα μιας νέας ζωής απαλλαγμένης από τα τραύματα των άλλων. Τη βία του Ιωσήφ. Την αυτοθυσία της μάνας. Οι ψευδαισθήσεις του πατέρα που παίρνουν τη μορφή καθήκοντος. Η συγγραφέας όπως περιγράφει τους χαρακτήρες δεν απευθύνεται σε καλούς και σε κακούς, αλλά σε ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε μια οικογενειακή πραγματικότητα που δεν τους έμαθε ποτέ πώς να αγαπούν χωρίς να πληγώνουν ή πώς να προστατεύουν χωρίς να καταστρέφουν.
Προσηλωμένη γραφή στην ακρίβεια των παρατιθέμενων γεγονότων και στην ψυχολογική κατάσταση των χαρακτήρων. Η συγγραφέας δεν ωραιοποιεί, ούτε αποστασιοποιείται. Κρατάει ίσες αποστάσεις απέναντι σε όλους τους ήρωες της και κινείται μεθοδικά ανάμεσα στον κυνισμό και στο υπαινικτικό, δίνοντας χώρο στον αναγνώστη να βιώσει την διατάραξη της ηρεμίας χωρίς όμως να πάρει θέση και να καταδικάσει. Και σε αυτό το σημείο βρίσκεται το πιο ριψοκίνδυνο στοίχημα του βιβλίου. Η μετατροπή της ζοφερής κατάστασης σε πρόσκληση για ζωή. Έτσι θέτει τον αναγνώστη κοινωνό στο θέμα, να κοιτάξει κατάματα το αποτρόπαιο, να αναζητήσει το σωστό και να επουλώσει την πληγή.
Ο Ιωσήφ ήρθε μετά, πρόκειται για ένα βιβλίο που μας αναγκάζει να αναμετρηθούμε με τα όρια της βίας, της κατανόησης και της ευθύνης. Με μια δυνατή και καθαρή αφήγηση που επιμένει ότι ακόμη κι όταν η αγάπη αποτυγχάνει εντόνως, η ανάγκη της παραμένει ζωντανή ως το πιο ανθεκτικό, αυθεντικό αλλά και επικίνδυνο ανθρώπινο ένστικτο.























