Ω! Χώρα μου περήφανη,
πώς σ’ έχουν καταντήσει;
Πόρνη περιφερόμενη,
που έχει φαληρίσει!
Σκισμένα τα φουστάνια σου,
παπούτσια μπαλωμένα,
φτηνά τα μισοφόρια σου,
τα δόντια σου πεσμένα…
Τ’ ασημικά σου κλέβουνε
και άδειασ’ η ποδιά σου,
κατάμουτρα σε φτύνουνε,
τα ίδια τα παιδιά σου!
Στα βράχια σε πετάξανε,
σε πνίξαν στα σκουπίδια,
κι όλα όσα σου τάξανε
στάχτες κι αποκαΐδια!
Ω! Έλληνες ημιθανείς,
φαιδροί, λιμοκοντόροι
αναίσχυντοι ξενομανείς,
πένητες, κλακαδόροι!
Τις ρίζες σας ξεχάσατε
και τα ιδανικά σας,
την ιστορία σβήσατε,
τη γλώσσα, τη λαλιά σας!
Και γίνατε αθύρματα
χαμέρπειας και γόνων
και φτύνετε κατάμουτρα
την αίγλη των προγόνων.
Μη μείνεις πίσω … δεύτερος
φοβήθηκες καημένε,
σου ‘παν πως είσαι λεύτερος
σαν κάνεις ό,τι λένε!
Και large πολύ μου έγινες
και δέχεσαι τα πάντα,
με δίχως τσίπα έμεινες,
της δύσης γκουβερνάντα!
Και ούτε που αισχύνεσαι
ίχνος ντροπής δεν έχεις
και που καιρός ν’ αμύνεσαι,
τη χλεύη την αντέχεις!
Και δεν τελειώνει κι ο σανός
που χρόνια σε ταΐζουν
ένας ραγιάς ουτιδανός,
που όλοι τον λακτίζουν!
Πού πήγ’ η περηφάνια σου,
η λεβεντιά πού είναι;
γελούν με την κατάντια σου
τυχάρπαστ’ αρλεκίνε!
photo IlonaBurschl, https://pixabay.com























