Η εικαστικός Σοφία Μητράκη μετατρέπει την κοινωνική πραγματικότητα σε εικόνα, σύμβολο και προβληματισμό
Γράφει η Ιωάννα Λαζάρου
Μπορεί ένα σχέδιο να περιγράψει μια ολόκληρη κοινωνία; Μπορεί ένα μολύβι να αποκαλύψει όσα δυσκολεύονται να πουν οι λέξεις; Στη γελοιογραφία της εικαστικού Σοφίας Μητράκη, η απάντηση βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.
Η καλλιτέχνιδα παρουσιάζει μια σκηνή σκληρή, ειρωνική και βαθιά συμβολική. Επάνω σε ένα μεγάλο όχημα κάθεται αναπαυτικά μια υπερμεγέθης μορφή. Στην άμαξα είναι γραμμένη η λέξη «AUTHORITY», δηλαδή «Εξουσία». Μπροστά της, ένας εξαντλημένος, αδύνατος και ξυπόλυτος άνθρωπος, με τη λέξη «PEOPLE», δηλαδή «Λαός», γραμμένη επάνω στο σώμα του, είναι δεμένος με αλυσίδες και αναγκάζεται να σύρει ολόκληρο το βάρος.
Η εικόνα δεν αφήνει τον θεατή αδιάφορο. Δεν ζητά απλώς να την κοιτάξουμε. Μας υποχρεώνει να σταθούμε απέναντί της και να αναρωτηθούμε: Ποιος υπηρετεί τελικά ποιον;
Η αντιστροφή της πραγματικής αποστολής της εξουσίας
Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η εξουσία υπάρχει για να υπηρετεί τον άνθρωπο και να προστατεύει το κοινό συμφέρον. Στη γελοιογραφία, όμως, αυτή η σχέση έχει αντιστραφεί. Ο λαός δεν μεταφέρεται από το όχημα της πολιτείας. Είναι εκείνος που το σέρνει.
Η «Εξουσία» εμφανίζεται υπερτροφική, βαριά και χορτασμένη. Καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το επάνω μέρος της σύνθεσης. Ο «Λαός», αντίθετα, είναι σκελετωμένος, καταπονημένος και λυγισμένος. Το σώμα του μαρτυρά κόπωση, πόνο και μακροχρόνια εξάντληση.
Η διαφορά στο μέγεθος των δύο μορφών δεν αποτελεί απλώς μια χιουμοριστική υπερβολή. Είναι η ίδια η ουσία του μηνύματος. Όσο περισσότερο βαραίνει η εξουσία, τόσο περισσότερο λυγίζει ο λαός που την κουβαλά.
Οι αλυσίδες δεν συνδέουν μόνο τον άνθρωπο με την άμαξα. Συμβολίζουν την οικονομική εξάρτηση, τον φόβο, την κοινωνική αδυναμία, την υπερφορολόγηση, τη γραφειοκρατία και κάθε μηχανισμό που περιορίζει την ελευθερία του πολίτη.
Ο λαός παρουσιάζεται ελεύθερος μόνο κατ’ όνομα. Στην πραγματικότητα, είναι δεμένος σε ένα σύστημα που απαιτεί συνεχώς από εκείνον δύναμη, εργασία και θυσίες, χωρίς να του προσφέρει την ανάλογη προστασία.
Η δύναμη της εικαστικής υπερβολής
Η γελοιογραφία δεν αντιγράφει πιστά την πραγματικότητα. Την παραμορφώνει σκόπιμα, ώστε να αποκαλύψει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την εξωτερική της εικόνα.
Η Σοφία Μητράκη χρησιμοποιεί την τεχνική της καρικατούρας και διογκώνει τα χαρακτηριστικά της «Εξουσίας». Το σώμα γίνεται τεράστιο, τα χέρια βαριά, το βλέμμα έντονο και η έκφραση σχεδόν αυτάρεσκη. Η μορφή προκαλεί γέλιο στην πρώτη ματιά, αλλά το γέλιο γρήγορα μετατρέπεται σε δυσφορία.
Αυτό ακριβώς κατορθώνει η επιτυχημένη κοινωνική γελοιογραφία. Μας προσελκύει με την υπερβολή, αλλά μας κρατά με το νόημα.
Απέναντι στον υπερβολικό όγκο της εξουσίας, το σώμα του λαού σχεδιάζεται αδύναμο και ταλαιπωρημένο. Η πλάτη του έχει κυρτώσει, τα άκρα του μοιάζουν εξαντλημένα και το πρόσωπό του αποτυπώνει οδύνη. Δεν υπάρχει ίχνος άνεσης ή αξιοπρέπειας στη στάση του. Υπάρχει μόνο η προσπάθεια να κάνει ακόμη ένα βήμα.
Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο μορφές δημιουργεί την κεντρική ένταση του έργου: ο ένας απολαμβάνει το βάρος που ο άλλος αναγκάζεται να σηκώσει.
Οι τεχνικές που υπηρετούν το μήνυμα
Το έργο είναι σχεδιασμένο σε ασπρόμαυρη κλίμακα, με μολύβι και τονικές διαβαθμίσεις. Η απουσία χρώματος ενισχύει τη σκληρότητα της εικόνας. Τίποτα δεν αποσπά το βλέμμα από τις μορφές, τις αλυσίδες και τη σχέση εξουσίας που αναπτύσσεται ανάμεσά τους.
Οι σκιάσεις προσδίδουν όγκο και βάρος, ιδιαίτερα στη φιγούρα που βρίσκεται επάνω στην άμαξα. Οι έντονες γραμμές στο πρόσωπο και στο σώμα του λαού μεταφέρουν την αίσθηση της φθοράς. Το όχημα αποδίδεται βαρύ και δυσκίνητο, σαν ένας ολόκληρος μηχανισμός που συνεχίζει να προχωρά μόνο επειδή κάποιος ανίσχυρος άνθρωπος θυσιάζει τις τελευταίες του δυνάμεις.
Η σύνθεση ακολουθεί κυρίως κάθετη ανάπτυξη. Η εξουσία βρίσκεται ψηλά, ο λαός χαμηλά. Η επιλογή αυτή δημιουργεί οπτικά μια σαφή ιεραρχία. Εκείνος που αποφασίζει βρίσκεται επάνω. Εκείνος που πληρώνει το τίμημα βρίσκεται κάτω.
Οι αλυσίδες και τα σχοινιά σχηματίζουν δυνατές διαγώνιες γραμμές. Κατευθύνουν το βλέμμα από την άμαξα προς τον άνθρωπο και κάνουν τη σχέση καταπίεσης αδύνατο να αγνοηθεί.
Το γυμνό, αφιλόξενο τοπίο, με τα κομμένα ή κατεστραμμένα στοιχεία του εδάφους, ολοκληρώνει την αίσθηση εγκατάλειψης. Δεν υπάρχει γύρω τους μια κοινωνία που ανθίζει. Υπάρχει ένας κόσμος εξαντλημένος, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος που τον διασχίζει.
Η αλληγορία ως γλώσσα της τέχνης
Η καλλιτέχνιδα δεν ζωγραφίζει ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο ούτε περιορίζει το έργο σε μία χώρα ή μία εποχή. Επιλέγει δύο γενικές έννοιες: την «Εξουσία» και τον «Λαό».
Με αυτή την επιλογή, η γελοιογραφία αποκτά διαχρονικό χαρακτήρα.
Θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε κοινωνία όπου οι θεσμοί απομακρύνονται από τον άνθρωπο. Σε κάθε εποχή όπου οι λίγοι απολαμβάνουν όσα παράγουν οι πολλοί. Σε κάθε σύστημα που ζητά διαρκώς νέες θυσίες από τον πολίτη, χωρίς να αναγνωρίζει την κούραση και την αξιοπρέπειά του.
Η αλληγορία επιτρέπει στον θεατή να τοποθετήσει μέσα στο έργο τις δικές του εμπειρίες. Άλλος θα δει την οικονομική ανισότητα. Άλλος την πολιτική εκμετάλλευση. Άλλος τη φορολογική πίεση, την κοινωνική αδικία ή την αδιαφορία μιας εξουσίας που έχει ξεχάσει ποιον οφείλει να υπηρετεί.
Αυτή είναι η δύναμη της τέχνης. Δεν δίνει πάντοτε μία έτοιμη απάντηση. Δημιουργεί τις σωστές ερωτήσεις.
Ο εικαστικός βλέπει πίσω από την επιφάνεια
Ένας πραγματικός εικαστικός δεν παρατηρεί μόνο όσα συμβαίνουν. Αντιλαμβάνεται τις σχέσεις που κρύβονται πίσω από αυτά. Βλέπει την απόσταση ανάμεσα στις επίσημες δηλώσεις και στην καθημερινότητα του πολίτη. Παίρνει μια σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα και τη μετατρέπει σε μία εικόνα που γίνεται άμεσα κατανοητή.
Ο δημοσιογράφος χρησιμοποιεί λέξεις. Ο γελοιογράφος χρησιμοποιεί γραμμές, σκιές, σύμβολα και υπερβολές. Και οι δύο, όταν υπηρετούν με εντιμότητα το έργο τους, επιδιώκουν το ίδιο πράγμα: να φωτίσουν όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στο σκοτάδι.
Η γελοιογραφία μπορεί να είναι χιουμοριστική, αλλά δεν είναι επιπόλαιη. Μπορεί να προκαλεί γέλιο, όμως πολλές φορές πίσω από αυτό το γέλιο κρύβεται μια οδυνηρή αλήθεια.
Στο συγκεκριμένο έργο της Σοφίας Μητράκη, το χιούμορ είναι πικρό. Η υπερβολή δεν χρησιμοποιείται για να διασκεδάσει απλώς τον θεατή, αλλά για να τον αφυπνίσει.
Μια εικόνα που μας αφορά όλους
Το ερώτημα που αφήνει η γελοιογραφία είναι απλό και ταυτόχρονα βαθιά πολιτικό:
Πόσο ακόμη μπορεί να προχωρήσει ένας λαός όταν το βάρος που κουβαλά γίνεται συνεχώς μεγαλύτερο;
Η εικαστικός δεν χρειάζεται πολλές λέξεις για να παρουσιάσει την απάντησή της. Ένα βαρύ όχημα, μια υπερτροφική εξουσία, ένας δεμένος άνθρωπος και μερικές αλυσίδες αρκούν.
Η τέχνη της γελοιογραφίας δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα. Την απογυμνώνει.
Και όταν το μολύβι βρίσκεται στα χέρια ενός καλλιτέχνη που παρατηρεί, αισθάνεται και τολμά, μια ασπρόμαυρη εικόνα μπορεί να αποκτήσει ισχυρότερη φωνή από έναν ολόκληρο πολιτικό λόγο.
«Η γελοιογραφία δεν παραμορφώνει την πραγματικότητα. Μεγεθύνει εκείνο που η κοινωνία έχει μάθει να προσπερνά.»
φωτό Έργο: Σοφία Μητράκη





























