Στου Ταϋγέτου τα ριζά,
φύτεψες μιά ξερολιθιά,
στου χρόνου τη σχισμάδα.
Πλάτη να έχεις το βουνό,
αγνάντι την κοιλάδα.
Να βλέπεις τα οργώματα,
του μόχθου κατορθώματα,
την φορτωμένη την ελιά,
της γερακίνας τη φωλιά
και τα χωριά στην αντηλιά.
Από το βιός σου κράτησες
τ΄ άρωμα του λεμονανθού,
του δειλινού το χρώμα
και το τραγούδι της βροχής
που βλόγαγε το χώμα.
Τ΄ αστέρια που αγάπησες,
χλωμά, χαμηλωμένα φώτα,
και τα βουβά σου δάκρυα,
στάλες που ξεχειλίζουν
τον Ευρώτα.
photo ulleo / https://pixabay.com

















































