Ντυμένη ένα μαυσωλείο
γεμάτο ζωντανούς νεκρούς
αναβάλλω διαρκώς το ταξίδι μου
για να περάσω απέναντι την Αχερουσία
Εκεί που πάνε οι ψυχές όταν στον κόσμο μαρτυράνε
Να διαβώ την πύλη δίχως τα κέρματα
να κλείνουν τα μάτια μου
Να γίνω μύστης σε τελετή
που ποτέ τους δεν είδαν
Με το θάρρος της Έμιλυ, της Βιρτζίνια, της Σίλβια
να γονατίσω μπροστά στις ιέρειες της λύπης μου
γεμάτη απέθαντη ζωή να τους περιγελάσω
Όμως γνωρίζω πως τίποτε απ’ όλα αυτά
δεν θα συμβεί
Είναι κι ο καθρέφτης που κάθε που περνώ
χαμηλώνει το βλέμμα του
Τίποτα δεν μ’ ακονίζει πια
είμαι η ζωή της ζωής μου.
Από την ποιητική συλλογή «Αγέννητη γη»
photo susan-lu4esm / https://pixabay.com






















