Αστρολουσμένη, Ορσηίδος κόρη,
της θάλασσας και του ήλιου ερωμένη,
της Μεσογείου δαντελένια πλώρη,
αρχόντισσα της πέτρας παινεμένη!
Φιλοσοφίας κι επιστήμης μήτρα,
από σελήνης οίστρο γεννημένη,
του αμπελιού και της ελιάς η φύτρα,
στου ζέφυρου τη σκάφη ζυμωμένη.
Της Παναγιάς ακοίμητο καντήλι,
συ, που το φως σου έλουσε τον κόσμο!
Συ, της ειρήνης πάλλευκο μαντήλι,
ποιος σου ‘κλεισε του πνεύματος το δρόμο
και περπατάς ξυπόλητη και μόνη,
ρακένδυτη, σκυφτή και πληγωμένη;
Σκισμένα τα πανιά δίχως τιμόνι,
καράβι που το κουμαντάρουν ξένοι.
Νενέκοι, τυχοδιώκτες, ξιπασμένοι,
χωρίς αιδώ κι ενδοιασμό κανένα,
κλωτσούν της ιστορίας την ανέμη,
μες απ’ τα σπλάχνα σου ρουφούν το αίμα.
Πισθάγκωνα δεμένη με μνημόνια,
στων λύκων σε παρέδωσαν το στόμα,
λάφυρο στων πλουσίων τα σαλόνια.
Στης νέας τάξης τ’ άρρωστα τα πλάνα
εχάθηκε η γαλανή ματιά σου.
Συ, γη Ανθρώπων και Ηρώων μάνα,
Μη γονατίζεις άλλο, όρθια στάσου.
Ηχεί του λυτρωμού σου η καμπάνα,
σφίξε τα δόντια, πέτρα την καρδιά σου,
ανασκουμπώσου Μάνα και προχώρα,
του τέλους σου, δεν έφτασε η ώρα!
photo Nick115 / https://pixabay.com