Σε κείνα τα παλιά τραπέζια
που οκλαδόν σχεδιάζαμε το μέλλον,
σε κείνα τα κλειστά πατάρια
που ρίχναμε θεμέλια στα όνειρά μας,
είχα ξεχάσει φίλε κι αδερφέ μου,
είχα ξεχάσει να σου πω
πως σ’ αγαπάω.
Κι ούτε μια γρίλια δε σκέφτηκα ν’ ανοίξω,
στον ήλιο που προσμέναμε να φέξει.
Ήμασταν βλέπεις τότε νέοι
κι έτσι θαρρούσαμε πως είναι
αδυναμία, για αγάπη να μιλάμε.
Μόνο σε κείνο το υγρό
κουτούκι της πλατείας,
μ’ ένα τζουκ μποξ που φάλτσαρε συνέχεια,
κάποτε χόρεψα μαζί σου ζαλισμένη
ένα ρεμπέτικο που μίλαγε γι’ αγάπη
Κι έσκυψα πάνω σου δειλά και σου ’πα:
«Φίλε και αδερφέ μου, σ’ αγαπάω».
Όλο σε κείνο το κουτούκι
—αχ, που ’σαι Μπάμπη—
όλο σε κείνο το κουτούκι ο νους γυρνάει.
Μόνο που τ’ όνειρο δεν έχει πλέον χρώμα.
Τώρα κι εγώ κατάλαβα αδερφέ μου
πως χρώμα έχει μόνο η αγάπη.
(Στον Νίκο, στον Τζίμη, στη Βάσω, στον Παντελή, στον Ηλία, στη Λένα,
στην Κατερίνα, στον Θανάση, στον Μήτσο, στη Μάτα σε όλη την παρέα
του κουτουκιού του Μπάμπη στην οδό Αράτου, Πάτρα 1986–1991).
photo Dimhou / https://pixabay.com