΄Εκθετη η ρακένδυτη κουρελού ψυχή που
άφησε στο πουθενά ο σκληροτράχηλος χρόνος,
μαζί με την μεγάλη αποτυχία της μοναξιάς της.
Αλυσόδεσε τα τρυφερά λιανά της πόδια
με τους απαραίτητους ακολούθους της,
τους αμείλικτους συμβιβασμούς,
λέγοντάς της : Να πάρε… αυτά τα φύλαγα
μόνο για σένα! Κοιτάζοντάς την με το
θελκτικό ερωτικό κάλεσμα του ύποπτου
βλέμματος της ομορφοντυμένης
με μετάξια, λεπτεπίλεπτης αθωότητας.
Η υποψία που ξεφεύγει – από πού; – ξεροσταλιάζει
επίμονα στα μάτια μου, αλλά γλώσσα δεν έχει
να μου πει για την αδέξια επιτυχημένη κι αναπόφευκτη
αυτοχειρία μου, στην κινούμενη άμμο της μοναξιάς.
Τι και γιατί είναι αναπόφευκτο τάχα;
Είναι νομοτελειακή άραγε η αποτυχία της μοναξιάς;
Μήπως η μοναξιά είναι απελπισμένα ατυχής;
Mήπως τα μάτια μου είναι ύποπτα απατηλά;
Kαι οι γευστικοί μου κάλυκες με γέλασαν κι αυτοί,
καλώντας με άπειρες φορές με την εθιστική γευσιγνωσία
του μεθυστικού γλυκού κρασιού της επιτυχίας;
΄Αραγε υπάρχει κάποιου είδους
αναπόφευκτη νομοτέλεια στη δυστυχία;
H ροζ ψάθα που άπλωνα το λευκό κορμί μου
κάτω από την κάψα του ελπήνορα,
αυτοφλεγόμενου ήλιου, που ζητούσε
αξιοπρεπή ταφή στα κύτταρα
της ψυχής μου, ξέφτισε γρήγορα κι αυτή.
Απόμεινε -τι θλιβερή κοινοτυπία! -αναπάντητη
η απορία της ζωής, που όπως λένε
οι παραμυθάδες από τα χρόνια τα παλιά,
πάντα έτσι ανεπίτρεπτα ντροπιαστικά
γίνεται με το κυνήγι πανούργας ευτυχίας.
photo geralt / https://pixabay.com