Εκεί, που η πέτρα στάζει πεθυμιά απ’ το στόμα
κι είν’ ποτισμένο απ’ τον ιδρώτα μου το χώμα.
Εκεί, που τρέχ’ ο λογισμός και ξαποσταίνει,
που νιώθω και νογάω τη γη μου ν’ ανασαίνει.
Εκεί, που ψέλλισα τα πρώτα μου τα λόγια
και δεν υπήρχαν στη ζωή μου τα ρολόγια!
Εκεί, που ονομάτιζα λουλούδια και αστέρια
κι ο κόσμος φάνταζε μικρός στα δυο μου χέρια…
Που ο Θεός στο μαξιλάρι μου κοιμόταν
κι η Άνοιξη, πάντα στην ώρα της ερχόταν!
Που ίδια ήτανε η γλώσσα των ανθρώπων
κι έλαμπε ξάστερο το βλέμμα των προσώπων!
Που οι αυλές, θυμούνται την περπατησιά μου
κι αλλιώς ο ήλιος χαϊδοπλέκει τα μαλλιά μου!
Που η σελήνη πριν να γεννηθώ με ξέρει
και δεν με τρόμαζε σαν φύσαγε τ’ αγέρι!
Εκεί, που οι μοίρες δωροδόκησαν το χρόνο
και πόρτες μ’ άφησ’ ανοιχτές για να τρυπώνω!
Εκεί, που τρέχω η ζωή σαν με μαλώνει
κι ολόρθη στέκει η ψυχή μου και ψηλώνει!
Εκεί, που πλέκαμε στεφάνια μ’ ασφοδέλους
και παίζαμε κρυφτό με τους αγγέλους!
Πάντα εκεί τα βήματά μου θα με πάνε
κι ας μείνουν μόνον οι σκιές να μ’ αγαπάνε!
Περήφανη που γεννήθηκα από αγρότισσα μάνα!!!❤
photo Atlantios / https://pixabay.com