Έφτασαν οι μέρες τ’ Αη Γιάννη του Κλήδονα, τ’ Αη Γιάννη του χωριού μας. Μαζί του οι παιδικές μνήμες διατρέχουν και ποτίζουν αχόρταγα το νου…
Δρασκελίζουν τις παραμονές της γιορτής, τότε που ο παππούς, ο τοις πάσι αγαπημένος και καλλίφωνος παπα-Θανάσης, με ακάματη βοηθό την αεικίνητη γιαγιά, προετοίμαζαν πυρετωδώς την εκκλησούλα μας, παρέα με γυναίκες πρόθυμες και γνοιαστικούς επιτρόπους. Ο ναός στραφτάλιζε από καθαριότητα, γεμάτος κολλαρισμένα κεντήματα και λουλουδικά που στεφάνωναν τη χάρη του Βαπτιστή.
Μια μέρα πριν το πανηγύρι, τρέχαμε στις γειτονιές να συλλέξουμε τα στεφάνια της πρωτομαγιάς που, κατάξερα πια, πρόσμεναν κρεμασμένα στα σπίτια του χωριού. Έθιμο πατροπαράδοτο, απ’ τα βάθη του χρόνου, που μετέτρεπε τους δρόμους της Μακρυράχης σε φλεγόμενη χαρά για τα παιδόπουλα. Φωτιές που λαμπάδιαζαν μονομιάς και κατάπιναν τα στεφάνια, φλόγες που έγλειφαν τα πόδια των αγοριών την ώρα που πηδούσαν με φόρα από πάνω τους ώσπου να κοπάσουν, σα να ήθελαν να επιδείξουν λίγο πρώιμο ανδρισμό στα κορίτσια.
Μα πόσο λαμπερός φάνταζε στα παιδικά μου μάτια αυτή τη μέρα ο Πρόδρομος, εκεί, στα δεξιά του τέμπλου! Η κεφαλή του επί πίνακι λες κι έπαυε να με τρομάζει… Κι εκείνοι οι βασιλικοί, αχ, οι βασιλικοί, οι αραδιασμένοι στον εξωνάρθηκα που μοσχοβολούσαν! Ριζωμένοι στους ασβεστωμένους τενεκέδες -να κρύβεται και το αλήστου μνήμης…”Τυρός Τελεμές” -, ολοστρόγγυλοι και θεριεμένοι, στο μέγεθος της παιδικής μας ανοιχτής αγκαλιάς.
Σ’ ένα τέτοιο πανηγύρι έφυγε ο παππούς για το μεγάλο ταξίδι, μόλις που πρόφτασε να κλείσει τα πενήντα εννιά. Κατάκοπος απ’ τις ετοιμασίες βλέπεις, ανέβα-κατέβα το καλντερίμι, δεν άργησε να τον προδώσει η κουρασμένη καρδούλα του… Ακόμα θυμούνται οι παλιοί την καμπάνα να ηχεί από γιορτινή σε πένθιμη, σκίζοντας τη χαρά στα δύο! Δεκάχρονη παιδούλα εγώ, θυμάμαι την αναστάτωση στο χωριό, τον θρήνο της οικογένειας, τη μαμά και τις θείες απαρηγόρητες. Έτσι ξέμειναν στη μνήμη κι οι σοκολάτες ΙΟΝ που μου φύλαγε στο τσεπάκι του ράσου, ο παππούς που δε με ξαναχόρεψε ποτέ στις μύτες των παπουτσιών του τραγουδώντας…
Κι ύστερα τον διαδέχτηκε ο θείος. Ο καλός μας θείος που τόσο φρόντισε γι’ αυτή την εκκλησιά, ο παπα-Νικόλας της καρδιάς μας. Μ’ αυτά και μ’ αυτά γινόταν ο Αη Γιάννης πιο οικείος, πιο “δικός μας”, κι όσο αντηχούσε η πρίμα φωνή του κυρ-Γιάννη του ψάλτη, τόσο ομόρφαιναν όλα!
Μια μέρα έφυγε κι ο θείος στο γυναικοχωριό, να χαρίσει κι αλλού την υστεροφημία του. Άξιος ιερέας, γεμάτος μεράκι, έργο, όμορφες συζητήσεις και χιούμορ, κατάφερε ν’ αφήσει στους συγχωριανούς μας μόνο γλυκιά νοσταλγία και εκτίμηση. Μα να…από τότε κάτι πάγωσε την καρδιά του τόπου, άσε που μόνιμο ιερέα δε στέριωσε το χωριό. Ίσως η μοίρα του αναντικατάστατου…
Τέτοια μέρα τρέχει το μνημονικό και στη γάργαρη βρύση της πλατείας, την αστείρευτη μέχρι σήμερα, εκεί που πίναμε μικρά κοριτσόπουλα το κρύο νερό και τρέχαμε μπουκωμένα στο δρόμο, μήπως κι ακούσουμε το όνομα του μελλοντικού καλού μας… Άλλο έθιμο και τούτο με παμπάλαιες ρίζες, κι αλίμονο αν δεν ήταν “αμίλητο” το νερό όταν κάποιο πειραχτήρι μας έκανε να γελάσουμε! Πίσω στη βρύση, τροχάδην για επανάληψη, μπας κι αποδοθεί ο “οιωνός” (κλήδων), το μαντικό σημάδι του μέλλοντος, σχεδόν τελετουργικά.
Ανήμερα θυμάμαι να καμαρώνω μ’ ένα καλοραμμένο αέρινο φουστανάκι απ’ τα χέρια της μάνας και τη singer ραπτομηχανή που καλά κρατεί μέχρι σήμερα. Ανέμιζαν τα καινούργια φορέματα -το δικό μου και της μικρής μου αδερφής-, γυάλιζαν τα καινούργια μας παπούτσια κι εμείς καμαρώναμε πανέτοιμες για το ετήσιο πανηγύρι… Και να, οι φαρσαλινοί χαλβάδες να “φωνάζουν” με τα δυνατά χτυπήματα των μαχαιριών στα απλωτά ταψιά, και να, οι μικροπωλητές με τα παιδικά παιχνίδια στη σειρά που προκαλούσαν τη λαχτάρα μας, και δώστου εμείς να τραβολογάμε τους γονείς απ’ το μανίκι για κούκλες, καροτσάκια και κουζινικά!
Τι εποχές, τι χρόνια, τι γλυκές μνήμες αθωότητας!
Ήταν το μεγάλο πανηγύρι του χωριού, ο δικός μας Αη Γιάννης, η ακλόνητη εκκλησούλα μας στον αιωνόβιο ίσκιο του πλάτανου, ήταν τα λίγα που έμοιαζαν πολλά. Το πλακόστρωτο προαύλιο με το μνημείο των πεσόντων που του κατέθεσαν γενιές και γενιές στεφάνια τιμής, που στάθηκαν μπροστά του εκατοντάδες μαθητούδια με σεβασμό και δεκάδες δάσκαλοι που αγάπησαν το χωριό μας…
Το πανηγύρι του δικού μας Αη Γιάννη δεν έπαψε ποτέ. Ο διήμερος χορός στην πλατεία συνεχίζεται στον ίδιο μεγάλο κύκλο.” Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά”…
photo ArthurHidden, Image license by freepik.com























