Κυρτό στον τοίχο το σπαθί κι η λάμπα αναμμένη,
παλιό σακάκι στο καρφί. κι η θάλασσα λυμένη.
Χτυπά το κύμα την ακτή κι ο βράχος υπομένει,
η λευτεριά πάλι αργεί και η ψυχή δεμένη.
Βγαίνει ο ήλιος την αυγή κι ο Άρχοντας κοιμάται,
και το λιοντάρι στο κλουβί μονάχο του βρυχάται.
Και στο κλαδί μικρό πουλί βραχνό τραγούδι λέει,
τ΄ ακούει η μάννα στην αυλή και η καρδιά της κλαίει.
Παραπονιέται στον θεό κι η πίκρα της σταλάζει,
τι τον μονάκριβο υιό το χώμα τον σκεπάζει.
Της λευτεριάς ο αητός εχάθηκε στα όρη,
και μόνον τον συντρόφεψε του αγεριού μια κόρη.
Χίλιες καμπάνες μυστικά ηχούν στην οικουμένη,
να μην χαθεί το όνομα, σε σκοτεινή νεφέλη.
Μνημόσυνο δεν θέλησε ο Χάροντας στο γόνυ,
τι του .τανε ισάξιος στο μαρμαρένιο αλώνι…
Τον Διγενή τον όρισε Ακρίτα η Ελλάδα,
μες στους αιώνες να κρατά, της δόξας την δάδα.
Φρουρός, αντάρτης και Κριτής, στ΄ όνειρο των ονείρων,
ποτέ να μην χαθεί στην γη, εν μέσω των δακρύων
Ότι το όνομα Ελλάς, σημαίνει φως κι αγάπη,
δικαιοσύνη λευτεριά, μες στης ψυχής τον χάρτη.
Να έχουν όλοι οι λαοί Θεά τους την Ειρήνη,
και την ζωή Αταξική, ζεστά για να τους ντύνει…
photo Giovanni dall’Orto, el.wikipedia.org/wiki/Διγενής_Ακρίτας#























