Για το Greek News and Radio FL
Το έργο «Η Καρδιά του Σκύλου» του Μιχαήλ Μπουλκάκωφ είναι μια νουβέλα -να ξεκινήσω από αυτή την πληροφορία. Δεν είναι θεατρικό έργο, παρ’ όλο που έχει παρουσιαστεί ως θεατρικό έργο αρκετές φορές.
Πρόκειται για μια ευθεία κριτική στις πολιτικές πρακτικές της τάξης των μπολσεβίκων, και στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν έναντι της αστικής τάξης, συχνά με μια δράση που υιοθετεί παρόμοιες τακτικές όμως.
Ο Μπουλκάκωφ μας περιγράφει την διάθεση ενός γιατρού να εξελίξει τον άνθρωπο μεταποιώντας τον, επομένως μη αποδεχόμενος ότι είναι ήδη ένα «τέλειο πλάσμα» για το οποίο θα αρκούσαν πιθανόν πολιτικές μεταρρυθμίσεις για να υπηρετήσουν την ζωή του. Έτσι, όταν βρίσκει τον «τέλειο σκύλο» και έναν νεκρό άνθρωπο, παρεμβαίνει στην φύση και δημιουργεί έναν σκύλο με υπόφυση και γεννητικά όργανα ανθρώπου. Η ζωώδης φύση του σκύλου, συνδυάζεται με τις σκέψεις ενός ανθρώπου που, όσο ζούσε, ήταν μέθυσος, βίαιος, περιθωριακός. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργήσει έναν μικρό τύραννο. Εν τέλει αποφασίζει να διορθώσει το λάθος.
Όπως ήταν αναμενόμενο, δικαίως ο Άρης Σερβετάλης, καλογυμνασμένος και εκφραστικός ως σκύλος, ήταν το κέντρο, ερμηνευτικά.
Το σκηνικό, τα κοστούμια, η μουσική, η συνεχής χορογραφία -όλα ήταν μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα. Η χρήση της κάμερας που πρόσθεσε εικόνα στον τοίχο του σκηνικού, ακόμη και συνδέοντας την δράση με τα παρασκήνια, ήταν μια κινηματογραφική οπτική επάνω στην θεατρική Σκηνή. Και όλα αυτά απέδιδαν την αίσθηση του παραλόγου, από την πρώτη στιγμή έως το τέλος.
Μια σκηνοθετική άποψη ενδιαφέρουσα, πραγματικά.
Όμως η καλοκουρδισμένη αυτή ορχήστρα, και το έντονο στυλιζάρισμα στην χορογραφική κίνηση και τον λόγο, φάνηκε να «πνίγει» το ίδιο το έργο στα σημεία. Η συνεχής πληροφορία από τα σκηνοθετικά στοιχεία λειτούργησε σαν ένα τονικό όριο. Με λίγα λόγια, και θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα ενός ορχηστρικού έργου, η σκηνή όπου ο σκύλος αφηγείται την δυσκολία του να είσαι αδέσποτος σκύλος – η σκηνή της πρώτης επέμβασης με τον σκύλο να πεθαίνει και μετά να ξαναζεί – η σκηνή της χειρουργικής προσθήκης των ανθρωπίνων οργάνων στο σώμα του – η μεταστροφή της συμπεριφοράς του σκύλου και εν τέλει η σκηνή του τέλους, όλα παρουσιάστηκαν στον ίδιο τόνο. Δεν υπήρχαν νοηματικές κορυφώσεις στον ρυθμό, οι οποίες και θα αφαιρούσαν ενδεχομένως τον μανδύα της αφήγησης.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η σκηνοθετική χορογραφία να καλύπτει την δράση και τα πολιτικά, κυρίως, νοήματα του έργου, τα οποία πέρασαν σε δεύτερο πλάνο. Στο πρώτο πλάνο, ήταν εμφανώς η σκηνοθετική άποψη.
Ως θεατής ένοιωσα ότι η δράση επί Σκηνής, σταματούσε στα όρια της Σκηνής, κάτι που συμβαίνει στις μουσικές παραστάσεις, ή στις παραστάσεις μπαλέτου. Δεν ήταν αισθητή δηλαδή η σχέση μεταξύ κοινού και θεατρικής πράξης: αυτός ο αόρατος δεσμός που κάνει τον θεατή «να συμμετέχει» στο θέαμα. Φεύγοντας από το θέατρο, είχα την αίσθηση ότι είχα δει μια πολύ καλή πρόβα, στην οποία όλα ήταν καλά στημένα στις θέσεις τους, αλλά -όπως συμβαίνει στις πρόβες- έλειπε ακριβώς αυτό: η επικοινωνία με την πλατεία.
Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι επιλέχθηκε αυτό το συγκεκριμένο έργο να ανεβεί στην Ελλάδα, σήμερα, ήταν πραγματικά πολύ ευτυχής συγκυρία.
Διασκευή: Έφη Μπίρμπα, Άρης Σερβετάλης
Δραματουργία: Έφη Μπίρμπα
Σκηνοθέτης: Έφη Μπίρμπα
Σκηνογραφία: Έφη Μπίρμπα
Κοστούμια: Έφη Μπίρμπα, Βασιλεία Ροζάνα
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική σύνθεση: Vangelino Currentzis
Κίνηση: Μιχάλης Θεοφάνους
Ερμηνεύουν: Άρης Σερβετάλης, Αντώνης Μυριαγκός, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μιχάλης Θεοφάνους, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Αλεξάνδρα Καζάζου, Σπύρος Δέτσικας.