Τι γυρεύω εδώ;
Σ’ αυτής της δυστοπίας την έκρηξη;
Τόσοι αυτοχριζόμενοι ενάρετοι
τριγύρω…
Κυκλοφορούντες μετά κλάδων και Βαΐων,
υπεράνω πάσης υποψίας,
με ύφος εκατό καρδιναλίων!
Ενδεδυμένοι το σχήμα της κολακείας,
στο χάος μίας διαρκούς αμφιθυμίας,
υπηρετούν αφεντάδες διαφόρους,
μετά περισσής προθυμίας!
Τους παρατηρώ…
Τις νύχτες,
επιδίδονται εις τας απαραιτήτους γονυκλισίας
μ’ εξιλαστήριες προσευχές
και τις ημέρες,
μετά των ονύχων τους το χώμα σκάβουν
το φως λυμαίνονται αγρίως και το θάβουν
με βαρβάρων ιαχές!
Όπως όπως το σκεπάζουν
κι αποχωρούν θριαμβευτές!
Παρατηρώ…
Τόση ικανοποίηση
στο σκοτεινό τους βλέμμα!
Εκείνο το παμφάγο,
σκοτεινό τους βλέμμα…
Τι γυρεύω εδώ;
Πρέπει να φύγω, πριν χαθώ…
Να κρυφτώ στης σιωπής
τη ρωγμή την Αγία
Κι από κει,
αέναα να προσκυνώ
το χρυσάφι σου Ήλιε,
το σπαρμένο στη θάλασσα!
Νηνεμία!
“Σε σένα μιλάω!”
Σε σένα μιλάω…
Που ‘χεις την τύχη να βλέπεις την ανατολή,
ακάματη κι ακμαία!
Να ‘χει ξυπνήσει απ’ τ’ άγρια χαράματα!
Να ξεγλιστρά
μεσ’ απ’ τα σκέλια τ’ ουρανού
και να τρέχει καταπάνω σου,
έχοντας καταπιεί γουλιά γουλιά
-ακόμη μια φορά-
το θάνατο που σου αναλογεί.
Κι αντίς τα κύτταρά σου
ν’ ανθοβολούν ευγνωμοσύνη
Εσύ,
σκυθρωπός,
ρυτιδιασμένος από την πολυκαιρία,
κοιτάς πώς να σκοτώσεις τον ήλιο…
Αυτόν τον ήλιο,
που θα σηκώσει τα παιδιά ψηλά!
Πάνω απ’ τον κόσμο που μαγάρισες
κι ούτε λογάριασες,
πως δεν σ’ ανήκει…
Ναι! Σε σένα μιλάω…
photo Briam-Cute, https://pixabay.com