Στο Σύνταγμα, ατάραχος ο Χρόνος,
το βλέμμα του ένα κομμάτι παγωμένο μάρμαρο.
Ένας πατέρας τον κοιτά κατάματα.
Δεν πεινά, δεν διψά,
επιζητά να πιει το πικρό
ποτήριο της αλήθειας.
Πατέρας με μια φωτογραφία —
ιερό Ευαγγέλιο στο χέρι —
ό,τι απέμεινε απ’ το παιδί του.
Κουβαλάει τον πόνο σε βαγόνια
Η σιωπή του στάζει αίμα Ελλάδας,
το βλέμμα του δεν έχει πια δάκρυ,
αλλά αμίλητη κραυγή.
Θρηνεί βουβά και τα 57 του γιατί,
απεργός σ’ ένα ατιμώρητο έγκλημα,
όμηρος μιας μεγάλης αμαρτίας.
Η σιωπή στο αίτημά του
θάβει πεισματικά
την κατακερματισμένη Δικαιοσύνη.
Μια Βουλή που φυλάει τον λόγο,
ένας τσολιάς που φυλάει το χώμα,
κι ένας δύστυχος πατέρας τη μνήμη
του νεκρού παιδιού του.
Η γη σφίγγει την ανάσα της,
μετρώντας αντίστροφα μέχρι τη λύτρωση.
«Μέχρι τέλους» —η τελεσίδικη απόφαση.
Όλα για όλα, η επικίνδυνη παρτίδα.
Κυλά ο Χρόνος αμείλικτος,
σβήνουν δυνάμεις
σβήνουν αντοχές,
γράφουν «Δικαιοσύνη»
και «Φτάνει πια»
τα κουρασμένα του βήματα.
Πατέρα της απύθμενης υπομονής,
πρόσωπο του άγραφου Νόμου,
Ο χρόνος δεν σε μετράει εσένα
η πείνα σου χορτάτη προσευχή,
το ισχνό, ταλαιπωρημένο σου κορμί
ένας Σταυρός όλου του κόσμου.
Όχι εκδίκηση — μονάχα το Φως.
Ψάχνεις να βρεις το γιατί και το πώς.
Κι αν η σάρκα — άσιτη — λυγίσει,
θα σταθεί όρθια η ψυχή.
Θα καίει τα σκοτάδια με δίψα,
αναζητώντας ες αεί τη δικαίωση.
photo by pexels, https://pixabay.com















































