EnglishGreek

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Χένρυ Μίλλερ, 1891-1980, Αμερικανός συγγραφέας

Η Ελληνική εφημερίδα και το Ελληνικό Ραδιόφωνο της Florida, με έδρα το Miami
The Greek News and Greek Radio in  FL

Subscribe to our newspaper
EnglishGreek

Μάτια μου ψιχαλιστά

28 Nov, 2025
Μάτια μου ψιχαλιστά

photo by mdnirob121, www.pixabay.com

Μάτια μου ψιχαλιστά

Η συνέχεια του άρθρου

 

  Τα χρόνια κύλησαν, κυλούν, καμιά φορά όπως τα δάκρυα στο πρόσωπο ή η βροχή στο τζάμι. Μεγάλωσα κι ακόμα οι αιώνες είναι εκεί στη ρίζα του όρους Δίκτη, φυτρώνουν με τα χαμομήλια, ανθίζουν με τις μηλιές και με τις μαντηλίδες και τις φασκομηλιές και το θρούμπι. Μυρίζει ο τόπος νοσταλγία.  Είχε δίκιο η δασκάλα, οι αιώνες ούτε μεγαλώνουν, ούτε και παλιώνουν τελικά. Στοιχειώνουν παντού μαζί με τις ιστορίες τους, ακόμη και κάτω από τον ασβέστη τους βρίσκεις αν ξύσεις λιγάκι και τον ξεφλουδίσεις με το νύχι σου.

   Μέσα από τα παραμύθια ξυπνώ και μια αρμαθιά σερπετά κι άστρα είναι γιορντάνι στην κορφή, να μην αφήσουν την κόρη που φυλάει τις οκτώ σιωπές της αγάπης  ν’ ανεβεί, όχι πριν πλέξει το χρυσό γαϊτάνι, όχι πριν ορκιστεί στο πρώτο φιλί και στο ολόγιομο φεγγάρι, πριν προλάβει και δέσει στη στερνή ηλιαχτίδα τ’ αποχτενίδια που θα γίνουν δαχτυλίδια. Πόσο όμορφα όλα!

   Η δασκάλα συμπληρώνει με πάθος όλες μου τις ιστορίες. «Τρελαίνομαι να σε ακούω, τρελαίνομαι», μού λέει και μετά προσθέτει και κάτι από τη δική της σκέψη. Ξέρει να πάει παρακάτω όλα αυτά το λόγια που αφήνει στη μέση η θεία η Δόξα για να συνεχίσει τη δαντέλα που πλέκει. Παρακάτω πηγαίνει και όσα η θεία Χαρίκλεια πεισματικά  αρνείται να φτάσει ως την άκρη της κόκκινης κλωστής τού παραμυθιού γιατί θέλει το τέλος να είναι δικό μου. Αλλά και αυτές τις μισές και μικρές, που μού πουλούν οι γερόντισσες  τα απογεύματα όταν κάθονται με τη γιαγιά Γαρυφαλλιά και λένε, λένε, λένε, όχι ιστορίες από το σωρό, αλλά ένα σωρό ιστορίες. Βάζει χρώματα και τραγούδια και γέλια και δάκρυα. Έτσι δίνει νόημα στη φαντασία μου.

  Τα μάτια, μια στ’ άστρα και μια στην άβυσσο κι ύστερα χαμηλωμένο το βλέμμα γεμάτο πάχνη γέρνει στο χώμα. «Αύριο, αύριο, αύριο… » Η φωνή της, μέσα μου ηχεί. Έμαθα να φωτίζω το παρόν με το λυχναράκι τού αύριο, έτσι όπως μού το έλεγε: «Με το λυχναράκι τού αύριο να φέγγεις στο σήμερα, εσύ φωτίζεις αυτά που θέλεις κι αυτά που αισθάνεσαι και να κρατάς το μολυβάκι σου σφιχτά, να δείχνεις εμπιστοσύνη στα χέρια και να γράφεις με την καρδιά σου… » Και κάτι ακόμα, μια ευχή «η αγάπη να βρει τα όνειρα και να κατοικήσει στις μέρες και στις νύχτες μας, εμείς μ’ αυτό το όνειρο καλούμε το φεγγάρι και με το ίδιο προσκυνούμε τον ήλιο».

  Η σχέση μου με τη δασκάλα είχε ευθύς εξαρχής μιαν οικειότητα απροσδόκητη, μιαν άλλη ομορφιά αφήνοντάς μου μια γεύση σαν γλυκό του κουταλιού. Γλυκό κυδώνι με άρωμα κανέλλας. Ναι, ένιωθα πως ήταν μια φιλία αταίριαστη λόγω της διαφοράς της ηλικίας μας, μα και εκείνη ήταν κατά βάθος παιδί. Σαν παιδί γελούσε με ευκολία και σαν παιδί πάλι με την ίδια ευκολία έκλαιγε. Με κρατά από το χέρι.  Νιώθω το άγγιγμα δροσερό και το χάδι της βελούδινο. Αυτό με κάνει περήφανη. Καμαρώνω. Τολμώ και ρωτώ ξανά με το ίδιο ύφος απορίας και τα μάτια ορθάνοιχτα πίσω από τα πεταλουδίστικα γυαλιά, στη φαντασία μου όμως τώρα πια. Θέλω να την ακούω και τα καταφέρνω, όταν ξεχειλίζει η μοναξιά κάποιες νύχτες, αυτές που χαμηλώνει ο ουρανός και βρέχει.

   «Τι είναι η καλοσύνη κυρία;»

   «Οι πράξεις μας και μόνο οι πράξεις μας, οι σκέψεις δεν φτάνουν από μόνες τους, εκείνες φωτίζουν το δρόμο, κεράκια αναμμένα».

   «Και η αθωότητα κυρία;»

   «Ρούχο που κεντά η καλοσύνη, αυτό που φοράμε κατάσαρκα για να μην κρυώνει η ψυχή».

   «Και τι κάνει ο ήλιος τη νύχτα;»

   «Κλέβει τις σπίθες που μένουν έξω από τα κλειστά ματόκλαδα των παιδιών για να συνεχίζει το φως το ταξίδι του».

   «Πότε θα ξυπνήσει ο καιρός της αγάπης κυρία;»

   «Όταν δεν θα πεινάει κανένα παιδί και ο μόνος πόλεμος που θα γνωρίζουμε θα είναι ο χαρτοπόλεμος.»

   «Ονειροπόλεμος» σκέφτομαι από μέσα μου, δεν το λέω. Φαντάζομαι όμως, τι ωραία που θα ήταν να πετάμε χρωματιστά όνειρα ο ένας στον άλλο και να γίνεται χορός και χαμός με κομφετί ώσπου να ξυπνήσει ο καιρός της αγάπης.

    Ο αέρας της θύμησης γεμίζει πολύχρωμα μικρά χαρτάκια που στροβιλίζονται χορεύοντας πριν πέσουν στο πάτωμα, ή πριν κρυφτούν και ξεχαστούν στα πιο απίθανα σημεία, ακόμη και στον ιστό της αράχνης στη γωνία τού απαίσιου λευκού παραβάν της τιμωρίας που όλοι φοβόμαστε όταν βλέπουμε τον κύριο Αλκιβιάδη, τον Διευθυντή του σχολείου.

   Η δασκάλα μού επέτρεπε να ονειρεύομαι ίσως να μού δίδαξε και την τέχνη να ονειρεύομαι με σχέδιο. Όσα έλεγε σημείωναν περάσματα και  δρόμους στον άγραφο χάρτη του νου και με ταξίδευαν πιο πέρα, παραπέρα από την τάξη και την αυλή του σχολείου. Κι όταν δεν τα κατάφερνα κι έκλαιγα, σκούπιζε με το καθαρό μαντηλάκι της τα δικά μου δάκρυα και μού έλεγε πως ήταν τυχερή γιατί τής τα χάριζα, εκείνα τα ψιχαλιστά δάκρυα, ενώ κάποια άλλα, δεν ξέρω ποια, τα αγόραζε και μάλιστα «πολύ ακριβά».

  Όταν το καρδιοχτύπι γίνεται εμβατήριο ζωής και η παπαρούνα δηλώνει πανταχού παρούσα, τότε η ζωή έχει μια παραπάνω απαίτηση… Να θυμάσαι, να τα θυμάσαι όλα καθαρά κι όχι μέσα από λασπερά θολά νερά. Καλύτερα να θυμάσαι μέσα από δάκρυα. Καλύτερα.

  Λένε πως καμιά φορά σου χτυπούν την πόρτα, πάντα νύχτα οι ψυχές που σε αγάπησαν, φτάνει μισό φεγγάρι να έχει κρεμαστεί μπροστά από το παράθυρο σου.

   Λένε πως όταν η νοτισμένη γη τρέμει, είναι οι ψυχές που σκάβουν τη φλούδα της, ζητιανεύοντας ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ…

    Διπλογονατίζεις πάνω στην υφαντή κόκκινη σάρτζα της γιαγιάς. Προσκυνάς τη θύμηση, ευλαβικά. Είσαι από εκείνο τον τόπο που οι άνθρωποι τιμούν τη μέρα της Γονατιστής, τη μέρα που οι ψυχές βρίσκονται πιο κοντά σου παρά ποτέ, μπορεί και μια ανάσα από το σβέρκο σου και περιμένουν να κοιτάξεις  μέσα στο ποτήρι της μνήμης, τώρα που δεν είσαι πια αγράμματη της αγάπης, τώρα που ξέρεις… Αισθάνεσαι την αγωνία τους στο θρόισμα των φύλλων και στο αθόρυβο πέταγμα της πεταλούδας. Και τα φύλλα της καρυδιάς μαραμένα πάνω στην ταφόπλακα, παλιό έθιμο, συνεχίζουν να αφήνουν  την πίκρα τους στο χώμα συμβολικά, όπως τα δάκρυα στους αποχωρισμούς, μα έχεις ζυμώσει το γλυκό ψωμί για το καινούριο αντάμωμα, σ’ αυτό πιστεύεις, το μεγάλο καινούριο αντάμωμα αύριο στο φως.

  Τρίβεις στις χούφτες μια φέτα από τη μέση του άρτου και τη σκορπίζεις ψίχουλα στο χώμα. Βουρκώνουν τα μάτια κι όμως χαμογελάς. Συλλαβίζεις ονόματα. Έτσι συμβαίνει. Κι ύστερα γέρνεις την πήλινη στάμνα και ρίχνεις  από πάνω το κρασί στάλα – στάλα. «Να μεταλάβουν οι ψυχές»,  λες με την ίδια συγκίνηση που το έλεγε η μάνα σου, η γιαγιά σου, οι γυναίκες τού παλιού καιρού. Γεμίζεις την κούπα, τη δική σου. Τεντώνεις τα χέρια, την υψώνεις στον ουρανό. «Ως τον πάτο», εύχεσαι. Τη φέρνεις στα χείλη.  Ξεδιψάς με κρασί.  Τη φιλάς με ευγνωμοσύνη και την ξαναγεμίζεις για τον διπλανό σου. Επαναλαμβάνει το ίδιο. Να μεταλάβουν όλοι. Να ξεδιψάσουν όλοι. Αρχίζει ο κύκλιος χορός. Βήματα ρυθμικά, γρήγορα, πατάς με τις μύτες των ποδιών τούτη τη φλούδα που σ’ ανάστησε, ν’ ακούσει η γη, να μας γνωρίσουν οι ψυχές, να μας φυλάξει ο ουρανός.

   Οι πόρτες που θέλεις ανοίγουν από τις αγκαλιές. Ανοίγω αγκαλιά και παράθυρο. Η άνοιξη είναι εδώ φορτωμένη παπαρούνες. Τη νύχτα το φεγγάρι μοιάζει πολυέλαιος πάνω από το σπίτι μου στην Κέρκυρα. Το σκοτάδι πήρε να μυρίζει γιασεμί. Η μορφή της, τής δασκάλας, κάπου εκεί στο βάθος τού ορίζοντα πότε φεύγει, πότε έρχεται πότε στέκεται και περιμένει τη μάνα μου, τη γιαγιά, τον παππού.

  Κάνω ό,τι με συμβούλευε, τα καλύτερα όνειρα τα διπλώνω στη βιτρίνα τού νου. Ναι, έτσι με δασκάλευε, μα δεν μού είχε πει ποτέ πως έρχεται καμιά φορά εκεί που δεν το περιμένουμε μια αδέσποτη πέτρα και σπάει το τζάμι τής βιτρίνας και τότε ο ξένος άνεμος απειλεί, και τα παίρνει τα καλά όνειρα και γυρεύει να τα σκορπίσει μακριά στο φάλτσο τού κόσμου.

  Ανοίγω διάπλατα ξανά την αγκαλιά και το παράθυρο. Περιμένω την Όστρια.

 Ύστερα από χρόνια, κάποιοι, ασκώντας τη μνήμη, αναπτύσσουν μια πιο αγαπητική και πιο πονετική σχέση μαζί της. Σε αυτή τη μειοψηφία ανήκει και η ταπεινότητά μου, σ’ εκείνους που πιστεύουν πως ανάγκη τού ανθρώπου είναι να κατανοήσει, να ερμηνεύσει και τελικά να αναγνωρίσει και να μάθει πρώτα τον εαυτό του αρχίζοντας από εκεί που έκανε τα πρώτα βήματα, προκειμένου να αντιληφθεί την ουσία τής ζωής και το πέρα από τ’ ανθρώπινα πριν γίνει νερό κι αλάτι.

  Ώρα δειλινού. Κάτι από τη φύση χώρεσε κι απόψε στη μνήμη  κι άνθισαν ξανά τα χαλάσματα, ώρα που οι παλιές πέτρες αποκτούν αφή και οι λέξεις που έχουν αμαρτήσει αρχίζουν την εξομολόγηση. Συνήθεια παλιά η ερημιά τού τοπίου.

  Καμιά φορά γίνονται και οι λέξεις μικρές, τότε που θέλουν να σώσουν σκέψεις, αναμνήσεις, όνειρα…

  Όμως όταν χωρά μέσα σε μια παιδική ζωγραφιά τόσο φως, όταν σ’ ένα στίχο που γράφεις ξαφνικά αισθάνεσαι πως κρύβεσαι σκιά τής σκιάς της… 

  Όταν το τώρα γίνεται ανάγκη και γράφονται τα αληθινά τής ψυχής, τότε ξαναρωτάς σαν να είσαι παιδί.

  «Γράφεται η καληνύχτα με μελάνι;»

  «Όχι δεν φτάνει.»

  «Μ’ έναν ψίθυρο ίσως;»

  «Και τού κόσμου το μίσος;»

  «Κι αν την φέρνει η βροχή;»

  «Περιμένει η ψυχή…»

   Ναι, ξέρεις πως η ψυχή περιμένει να προχωρήσεις, να πας μπροστά. Όρθια περπατησιά κατάντικρυ στο φως. Το χέρι αντήλιο. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να πέσεις χαμηλά, κανένα. Εσένα που σού κέντησε φτερά στους ώμους και σε δίδαξε πώς από μια χούφτα πηλός που γεννήθηκες, μπορείς να ξεφύγεις από τη ρωγμή τού χρόνου και να λευτερωθείς αύριο…

   Με γοητεύει το παιχνίδι της μνήμης, αγαπώ τις λέξεις. Περιπλανιέμαι στην αυλή τού σχολείου, στον κήπο με τις τριανταφυλλιές και την ψάχνω. Ο φράχτης ανθίζει. Ο κισσός γεμίζει πουλιά. Δυο περιστέρια γουργουρίζουν πιο πέρα ευτυχισμένα. Τα παιδιά τρέχουν, τρέχουν να προλάβουν τη στιγμή, τη μαγεία, τη χαρά, τη ζωή. Καμιά φορά σκοντάφτουν στα χαλίκια. Εκείνη σιμώνει βήμα –  βήμα, ακούω τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Φοράει μπλε φόρεμα με μικρό άσπρο φιόγκο στο στήθος. Το χαμόγελό της ανείπωτα γλυκό, μέλι. Η κίνηση ανέμελη ξεχειλίζει από ενθουσιασμό. Κάτι συλλαβίζει. Τα πουλιά τρομάζουν και φεύγουν.  Γυρίζω το κεφάλι, ανοίγω τα χέρια, περιμένω να την αγκαλιάσω.

   Ξαφνικά, από κάπου έρχεται παγωνιά. Έξω φυσάει η λήθη, μακριά αλλά φυσάει. Αυτή φταίει, η λήθη.  

  «Δηλητήριο η λησμονιά» έλεγε η γιαγιά Γαρυφαλλιά. Τα δέντρα ξεγυμνώνονται τα φύλλα, τα νιοφτέρουγα πουλιά της σκέψης τρέχουν και κρύβονται. Σκοτεινιάζει. Βλέπω την αναπόλησή μου να σκορπίζει, να χάνεται. Μένω για λίγο κατάχλωμη, ασάλευτη μπροστά στη λευκή κόλλα και σε τούτη την αόρατη απειλή, τη λήθη. Ευτυχώς μόνο για λίγο. Μετά ξαναπιάνω την πένα, ορθώνω τ’ ανάστημα με πρόκληση. Τα μαυλιστικά της μάτια δεν μού λένε τίποτα. Όχι,  όχι, δεν θα της κάνω το χατίρι. Την αφήνω, τη λήθη, να περάσει δίπλα μου μα χωρίς να με αγγίξει, χωρίς να με τυλίξει στα πέπλα της.

   Η νύχτα απλώνει όλο περιέργεια και υποσχέσεις τις μαύρες δαντέλες πάνω από τις χορταριασμένες κεραμιδοσκεπές της παλιάς πόλης. Τα φανάρια στο Λιστόν όλα αναμμένα. Το ίδιο και στην πάνω πλατεία. Οι κανταδόροι τραγουδούν στα Μουράγια. Στο σπίτι του Σολωμού ένα κερί φωτίζει το παράθυρο. Σε τούτες τις γειτονιές, ζουν ακόμη οι παλιές ψυχές. Είναι αυτές που σπέρνουν λόγια και θαύματα στο καλντερίμι.

 «Κόντε μου, εσύ που αγόραζες τις λέξεις… », η φωνή της Ρηγγίνας Λέζα, έρχεται από πιο μακριά, από τη Ζάκυνθο.

  Βροχή, η θηλυκή αρχή της δημιουργίας. Ξέρεις η βροχή σε οδηγεί, όχι εκεί που θα συναντήσεις ανθρώπους δύναμης, αλλά αντίθετα, εκεί που σκοντάφτεις  πάνω στην απλότητα και τη σοφία, στα στενά καντούνια. Το θρόισμα της ψυχής φτάνει μυστηριωδώς πρώτο, πριν απ’ τα βήματα εδώ. Η βροχή είναι διαμαρτύρηση στη λήθη.

  Νάτην, η κυρία Αντιγόνη περπατάει στη βροχή, εκεί, νάτη στον  κήπο του λαού. Βλέπω την ομπρέλα της. Εμένα θα ψάχνει.

   Παράξενα ήρεμη η καρδιά συνεχίζει να γυρίζει σελίδες από το σημειωματάριο των πρώτων χρόνων της Ζωής. Η μνήμη είναι και θα μείνει κάστρο άπαρτο.     

   Η δασκάλα ανεβαίνει στην Πινακοθήκη. Τρέχω να την φτάσω στη σκάλα. Απλώνω το χέρι χωρίς δισταγμό.  Με το δικό της, η δασκάλα στρώνει τα μαύρα της μαλλιά. Μετά αφήνεται περίσσια περήφανη χορεύοντας στον αιθέρα πάνω από το Παλαιό Φρούριο…

  «Ένα αντίο γλυκό να χαρίσω /

 στολισμένο με πέτρα λευκή/

με φωνή καθαρή να κεντήσω /

μια ευχή για ν΄ αντέχεις εσύ»

  Όχι, δεν είναι η δασκάλα που τραγουδά, όχι. Η Δόξα Καγιούλη είναι, μια φωνή γεμάτη βροχή.

  Κι ύστερα… Βρέχει σιγά-σιγά κι αγαλιανά μέσα μου. Η καρδιά χτυπά μ’ ευγνωμοσύνη. Οι παλιές ψυχές θυμούνται με εικόνες. Ξημερώνει.

   Αγαπώ τη βροχή και την Κέρκυρα γιατί μού επιτρέπουν το ταξίδι. Έφεξε για τα καλά η Ανατολή. Πιάνω κουβέντα με τις νόνες στα καντούνια, στο Καμπιέλο, από φανέστρα, σε φανέστρα.

  -Κι αν έχω αποστασιοποιηθεί από την ύλη και γυρεύω το πνεύμα όταν ο ψίθυρος της Όστριας έχει σταματήσει για ν’ αρχίσει ο αιώνιος χορός της βροχής;

  -Καλά κάνεις, καλά, ψυχή τση ψυχής μου, η σιόρα Επιστήμη.

  -Κι αν είναι τώρα το κάλεσμα τού καιρού της αγάπης και γίνεται μεγαλύτερη ανάγκη η επιστροφή στην πρώτη ουσία της ζωής;

  -Καλά κάνεις ψυχή μου. Τό ’παμε, πάρε και λίγο φρεσκαμέντο  απ’ τη ρούγα, ν’ ανασάνεις, η σιόρα Γιολάντα.

  -Κι αν ζητώ να βουλιάζω κάπου – κάπου στη μοναξιά γιατί δεν αντέχω την κακογουστιά γύρω μου;

  -Ναίσκε ψυχή μου, ναίσκε,  ό,τι πεις, η σιόρα Ναυσικά.

  -Κι αν είναι αλήθεια πως οι ψυχές θυμούνται την παλιά τους ταυτότητα και μελαγχολούν όταν μιλούν για την αγάπη;

  -Αμητί, αλεγραμέντε κόρη μου, η σιόρα Αγγιολίνα.

  -Κι αν βάζω χαλινάρι στο νου και ελέγχω τις σκέψεις για να μην προδώσω τις λέξεις μου;

  -Αφιτιβαμέντε, η σιόρα Φιλομήλα.

  -Κι αν ελευθερία τελικά σημαίνει ν’ ακούω την καρδιά μου, να πηγαίνω όπου με πηγαίνει χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς πρέπει;

  -Βεραμέντε μάτια μου, βεραμέντε, η σιόρα Πολύμνια.

  -Κι αν έμαθα να ονειρεύομαι μ’ ένα φτερούγισμα στην καρδιά;

  -Βουρλίζομαι να σε ακούω, βουρλίζομαι, η σιόρα Αμαρυλλίδα.

  -Κι αν είναι αλήθεια πως η νοσταλγία έχει τη δύναμη να μας ταξιδέψει στη φαντασία πέρα από το φάλτσο της πραγματικότητας με εισιτήριο ένα δάκρυ;

  -Μάτια μου ψιχαλιστά, τζόγια μου, αυτό κι αν είναι βένταμα ψυχή μου, η σιόρα Φιγαλία.

  Με αυτό το κάτι από τη μαγείας τής Κέρκυρας ξημερώνει, βραδιάζει, νυχτώνει.

  Λένε πως η καλημέρα είναι ταξίδι και η καληνύχτα, ευκαιρία για σιωπή.

  Καληνύχτα λοιπόν…

 

 

 

Από το βιβλίο «Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα»,

 

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Ζωή Δικταίου

 

photo mdnirob121, https://pixabay.com 

Τα άρθρα που δημοσιεύουμε δεν απηχούν αναγκαστικά τις απόψεις μας και δεν δεσμεύουν παρά τους συγγραφείς τους. Η δημοσίευσή τους έχει να κάνει όχι με το αν συμφωνούμε με τις θέσεις που υιοθετούν, αλλά με το αν τα κρίνουμε ενδιαφέροντα για τους αναγνώστες μας.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @grnewsradiofl

Ακολουθήστε μας στο Twitter @grnewsradiofl

 

Copyright 2021 Businessrise Group.  All rights reserved. Απαγορεύται ρητώς η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή ή αναδιανομή μέρους ή όλου του υλικού του ιστοχώρου χωρίς τις κάτωθι προυποθέσεις: Θα υπάρχει ενεργός σύνδεσμος προς το άρθρο ή την σελίδα. Ο ενεργός σύνδεσμος θα πρέπει να είναι do follow Όταν τα κείμενα υπογράφονται από συντάκτες, τότε θα πρέπει να περιλαμβάνεται το όνομα του συντάκτη και ο ενεργός σύνδεσμος που οδηγεί στο προφίλ του Το κείμενο δεν πρέπει να αλλοιώνεται σε καμία περίπτωση ή αν αυτό κρίνεται απαραίτητο να συμβεί, τότε θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον αναγνώστη ποιο είναι το πρωτότυπο κείμενο και ποιες είναι οι προσθήκες ή οι αλλαγές. αν δεν πληρούνται αυτές οι προυποθέσεις, τότε το νομικό τμήμα μας θα προβεί σε καταγγελία DMCA, χωρίς ειδοποίηση, και θα προβεί σε όλες τις απαιτούμενες νομικές ενέργειες.

Άλλα Άρθρα

Culture Summit

Τελευταία Άρθρα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων


Spiroulina Platensis
Academy Farsala
Academy Farsala
Exotic Eyewear Optical
Exotic Eyewear Optical
lpp cafe
lpp cafe
King Power Tax

Pin It on Pinterest

Share This