«Εκείνη τη μέρα, της αποκάλυψης, καθώς περπατούσα αμέριμνος γύρισα το κεφάλι μου και είδα μια γυναίκα, πετρωμένη σαν στήλη άλατος, να με κοιτά κατάματα από το απέναντι πεζοδρόμιο. Το κορμί της παρότι ασάλευτο είχε μια κρυσταλλωμένη κίνηση όπως η γυναίκα του Λωτ όταν αντίκρισε τη θεϊκή αποκάλυψη στα Σόδομα. Φαινόταν σάμπως να ήθελε να ορμήσει προς το μέρος μου και κάποιο αόρατο χέρι να τη σταμάτησε ξαφνικά.
Όμως κι εγώ απόμεινα κατάπληκτος μπροστά της. Αλλιώς φανταζόμουν αυτή τη συνάντηση. Μα κι εκείνη δεν ήταν αυτή που είχα γνωρίσει. Ήταν ίδια και αλλιώτικη ταυτόχρονα. Ένας μαγικός διχασμός έσκιζε το μυαλό μου στα δύο όπως και ο χωρισμός τη ζωή μας. Την κοίταξα ακίνητος, ήταν τώρα διπλά όμορφη και πιο θεσπέσια από πρώτα. Τότε ήταν ένας άγγελος με ανολοκλήρωτο σώμα. Τώρα ήταν ένα αριστούργημα με φανερή πάνω του την τελευταία πινελιά του καλλιτέχνη. Τότε ήταν μια αέρινη χαρούμενη κοπέλα, σχεδόν άυλη, ενώ εδώ ήταν μια καλλονή, μια γυναίκα με ολάνθιστη ομορφιά.
Μες στα μάτια της, καθώς με κοίταζαν κατά πρόσωπο, δεν καθρεφτιζόταν ένας φευγαλέος υπαινιγμός, αλλά ολάκερο το καυτό της αίσθημα. Τα μάτια της, νοτισμένα από δάκρυα, έλαμπαν παράξενα. Το στήθος, ο λαιμός και οι ώμοι σκιτσάριζαν το πανέμορφο περίγραμμα μιας αναπτυγμένης ομορφιάς. Τα χρυσά της μαλλιά, λεπτά, κυματιστά και υπέροχα στη μια της παρειά, ήταν κοντοκομμένα ίδια με τις νεανικές της ανάλαφρες μπούκλες. Στην άλλη της παρειά έπεφταν λυτά, με λαμπερές κυματιστές ανταύγειες ως το στήθος. Ήταν χλωμή, πολύ χλωμή! Η χλωμάδα της, όμως, δεν έσβηνε την ομορφιά της. Απεναντίας της προσέδιδε κάτι το ακαταμάχητο, κάτι το μεταφυσικά σαγηνευτικό.
Συγκέντρωσα όλες τις δυνάμεις της ψυχής μου, εκείνες που κάποιες φοβερές στιγμές τις θεωρούμε δυνατότερες κι από το σύμπαν. Τις κάρφωσα ίσια στις κόρες της προσπαθώντας να ταράξω την ακινησία μας. Η γαλάζια της ίριδα σείστηκε και γιόμισε κόκκινα στίγματα σαν τους αιματηρούς παλμούς της πληγωμένης καρδιάς μας. Χαμήλωσε πρώτη τα μάτια. Σαν δυο πανέμορφα ημικύκλια κατέβηκαν πάνω τους τα βλέφαρα στολίζοντας τα, μακριά σαν σαΐτες, τσίνορά της. Έσκυψε λιγάκι το υπέροχο πρόσωπό της και φώτισε τα ωχρά της μάγουλα με δυο ροζ παπαρούνες πάνω στα μήλα της. Λαχταρούσα να της πω με λόγια φλογερά πόσο καιγόταν η ψυχή μου. Μα δεν το μπορούσα. Κάτι μου έκλεινε το στόμα. Μου έσβηνε τη φωνή, μου ρίζωνε τα πόδια βαθιά μέσα στο πεζοδρόμιο. Ώσπου η γη ξέσπασε σ’ ένα χθόνιο λυγμό κι ο ουρανός σ’ έναν πύρινο ψαλμό. Ο χρόνος μηδενίστηκε και χωρίς να ξεχωρίζουμε σε ποιο από τα δύο πεζοδρόμια βρισκόμασταν, τα κορμιά μας ενώθηκαν σε μια ατέρμονη αγκαλιά. Και όλη εκείνη η βροχή δεν ήταν παρά μια μικρή ρανίδα από τα δάκρυά μας.
«Ρουμπίνη μου, αγάπη μου!».
Η τρομερή κραυγή μου διέσχισε το στερέωμα και χτύπησε πάνω στην οροφή της πλάσης. Χώθηκα μες στον κόρφο της. Το βουβό μου κλάμα, απορροφώντας τους παλμούς της καρδιάς της, δόνησε το υπέρτατο σήμαντρο του Θεού. Το σύμπαν απάντησε, σαν μια τεράστια καμπάνα, με φοβερό αντίλαλο:
«Άγι μου, έρωτά μου!».
Τα δάκρυά της στο λαιμό μου ξέπλυναν, σαν καθαγιασμένος υετός και τα τελευταία ίχνη των αμαρτιών μας. Οι κραυγές μας ενώθηκαν, οι ψυχές μας ενώθηκαν, οι στράτες μας ενώθηκαν και ένας όρκος σφράγισε τον έβδομο ουρανό:
«Δε θα χωρίζαμε πια ποτέ»!
photo xusenru, https://pixabay.com

















































