Από την χούφτα μου έτρωγε το σπουργίτι, θυμάμαι στα μικράτα μου.
Όταν το χιόνι έφτανε και 70 πόντους ο πατέρας ακούραστος άνοιγε το χιονωτο δρόμο φορώντας λαστιχένιες μπότες για να περάσω.
Έτσι έμαθα να μην φοβάμαι το κρύο, την πείνα, την δίψα, τον φόβο.
Η μάνα αφού άναβε την ξυλόσομπα, πάντα στην τσέπη μου έβαζε μανταρίνια να τα ζουπαω να μυρίζω την όξινη σπιρτάδα και κάστανα να χορταίνω την πείνα καθώς κυλιόμουν στο χιόνι.
Πόσο μου άρεσε!
Αυτό λαχταρω, μια φορά στο παρελθόν.
Τώρα σαπουνίζω το πάτωμα που σαπίζει.
Τρώω φρούτα που σάπισαν, κοιμάμαι
σε κρεβάτι με αγκάθια αχινών, παίρνω διαγνώσεις που με τρελαίνουν.
Σκέφτομαι την διαδρομή που άφησα πίσω από χείλη που ραγίζουν, καθρέφτη με ρωγμές που βυθιζομαι.
Το κόκκινο φεγγάρι παρακολουθεί,
με πληγώνει…
Άργησα!
Χθες βράδυ ονειρεύτηκα ότι σε φίλησα, σε κράτησα σε σκισμένα σεντόνια και μια γυναικεία μαυροφορεμένη παρουσία ήταν εκεί καθήμενη.
Με ένα άγγιγμα στην πλάτη να παίρνει τον πόνο μου,
να ομορφαίνει τη μέρα μου και ένα “εγκαταλελειμμένο” πλάσμα να παίρνει ξανά πνοή. Η έξωση από το κορμί μου να χάνεται, η μοναξιά
να γίνεται όνειρο.
Κοιμάμαι σαν κρασί μέσα σε μπορντό σταφύλια περιμένοντας μια προστακτική ενεστώτα…
photo mfkleipzig, https://pixabay.com

















































