Στις 7 Φεβρουαρίου, η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου Διβόλη εξ Αλικιανού Κυδωνίας Κρήτης και εκ πατρός Φολεγάνδριου. Δύο εκκλησάκια αφιερωμένα στον Άγιο Γεώργιο απαντώνται στον ελλαδικό χώρο, το ένα στον τόπο όπου γεννήθηκε και έζησε, στον Αλικιανό Χανίων και το δεύτερο στον τόπο καταγωγής του, στη Φολέγανδρο των Κυκλάδων, στο χωριό της Άνω Μεριάς. Το πρώτο εξ αυτών είναι τρισυπόστατο, ο Άγιος Γεώργιος φιλοξενείται στο κεντρικό κλίτος του ναού, ο οποίος φιλοξενεί επίσης τον Άγιο Στυλιανό και την Αγία Σοφία με τις θυγατέρες της Αγάπη, Πίστη και Ελπίδα, στα πλαϊνά κλίτη, ενώ το δεύτερο είναι δισυπόστατο, αφιερωμένο επίσης στην Οσία Μεθοδία της Κιμώλου, με κτήτορες τον Πρωτοπρεσβύτερο π. Παναγιώτη Μαρινάκη και την αείμνηστη πρεσβυτέρα του Μαρία Μαρινάκη.
Ακολουθεί ο βίος του Αγίου Γεωργίου Διβόλη, που προέρχεται από την ασματική ακολουθία του, η οποία «εποιήθη εν Αγίω Όρει υπό του Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και εξεδόθη υπό του Μητροπολίτου Κυδωνίας και Αποκορώνου Νικηφόρου εν Αθήναις, το 1964».
Ο Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυς του Χριστού εγεννήθει στην Κρήτη, στην Επαρχία Κυδωνίας και στο χωριό Αλικιανού, την 24η Μαΐου του 1846 από ευγενείς γονείς, τον Ιερέα Νικόλαο Διβόλη επονομαζόμενο, ο οποίος ήταν γέννημα και θρέμμα της νήσου Φολεγάνδρου, και την Αικατερίνη Μπουζιανοπούλα, Κρήσσα στο γένος από την επαρχία την Κυδωνίας από την ευγενέστερη οικογένεια του ιστορικού και ηρωικού χωριού Θέρισσο, στο οποίο μετέβη και ο πατέρας του ως εφημέριος, όπου και ο μακάριος Γεώργιος ανετράφη «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», έμαθε δε και λίγα γράμματα, αλλά τόσο λίγα, ώστε μόλις που μπορούσε να αναγνώσει. Κι όμως εκείνα τα λίγα τον ωφέλησαν πάρα πολύ, καθώς θα δούμε κατωτέρω. Ο ένδοξος αυτός Νεομάρτυς του Χριστού, εργαζόταν ως γεωργός. Όλη την ημέρα δουλεύοντας τη γη και φυτεύοντας αμπελώνα, καθόταν μετά το δείπνο και διάβαζε τα συναξάρια των Αγίων της Ορθοδοξίας μας και ιδιαιτέρως αγαπούσε να διαβάζει για τους Αγίους Μάρτυρες. Αυτό το έκανε κάθε βράδυ, από την εσπέρα μέχρι τα μεσάνυχτα. Του έλεγαν δε βλέποντάς τον να ξενυχτά οι γονείς του: «Τέκνον μου πρέπει να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς, διότι αύριο πάλιν έχεις εργασία». Και ο μακάριος εκείνος τους απαντούσε: «Δεν αναπαύομαι ούτε κοιμούμαι ευχάριστα, εάν πρώτα δεν χορτάσω από την θείαν ανάγνωση».
Κατά το τέλος του 1865, ένα βράδυ, εδιάβασε τον βίο ενός μεγάλου Μάρτυρος, Αγίου, και γέμισε η καρδιά του από θείο έρωτα, στέναξε βαθειά και είπε με κατάνυξη: «Χριστέ μου, αξίωσε κι εμένα να χύσω το αίμα μου για την αγάπη σου». Ο αδελφός του Ιωάννης, ο οποίος ήταν τυφλός, και καθόταν πάντοτε μαζύ του ακούγοντας την ανάγνωση, τον επέπληξε και του είπε: «Τι λές εκεί αδελφέ μου; Δεν ξέρεις ότι για να γίνει αυτό που είπες πρέπει να εγερθεί διωγμός κατά των Χριστιανών; Και εσύ μεν και άλλοι πολλοί θα δυνηθήτε να υποφέρετε τα μαρτύρια και να ωφεληθήτε, αλλά πόσοι θα αρνηθούν τον Χριστό μας και θα απολεσθούν»; Στα λόγια αυτά ο μακάριος Γεώργιος δεν απεκρίθη τίποτε. Αλλά στενάξας και πάλι βαθειά είπε: «Ναι Χριστέ μου, αν είναι θέλημά σου, αξίωσέ με να χύσω το αίμα μου για την αγάπη σου, όπως κι Εσύ έχυσες το αίμα Σου για τη δική μου αγάπη». Ο δε αδελφός του ακούγοντας αυτά τα λόγια, δεν είπε τίποτε ανάλογο πλέον, αλλά εφύλαξε στην καρδιά του τους λόγους του, μυστικούς. (…)
Τότε οι στρατιώτες οδήγησαν τον Άγιο ενώπιον του Αγά, ο οποίος τον ρώτησε τι αποφάσισε. Ο δε γενναίος στρατιώτης του Χριστού απάντησε με χαρά και θάρρος: «Ό,τι σου είπα και πριν, αυτό σου λέω και τώρα και αυτό θα λέω και μέχρι τελευταίας μου αναπνοής. Δηλαδή ότι Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Δεν αρνούμαι τον Χριστό μου, δεν γίνομαι Τούρκος, δεν αφήνω την υπέρλαμπρη Πίστη μου για να πιστεύσω στην ζωωδέστατη και σκοτεινότατη δική σας σατανική πλάνη». Απελπισθής λοιπόν παντελώς ο Μπαχρή Αγάς, παρέδωσε τον Άγιο στους δημίους, οι οποίοι τον παρακινούσαν να πιεί μια φιάλη ρούμι αλλά αυτός γέλασε και τους είπε «σας ευχαριστώ, δεν θέλω ρούμι να πιώ, διότι έχω να βαδίσω μεγάλο δρόμο και πρέπει να έχω σώας τας φρένας». Τότε άρχισαν να τον κακοποιούν, καθώς και τους άλλους.
Κι όπως τον κακοποιούσαν και τον βασάνιζαν, οι άλλοι Χριστιανοί έκλαιγαν και θρηνούσαν, ο ένας τη ζωή του, ο άλλος την γυναίκα του και τα παιδιά του, αυτός ο ευλογημένος στεκόταν ως λίθος πελεκημένος και όχι μόνο δεν εφώναζε αλλά ούτε καθόλου στέναζε ή δάκρυζε. Αντιθέτως, το άξιο τέκνο της ηρωικής Μεγαλονήσου, έχαιρε σαν να στεκόταν γαμπρός κατά την ώρα της στέψης και εδόξαζε τον Θεό και τον ευχαριστούσε διότι τον αξίωσε να φθάσει σ’ αυτή την ώρα και να πάθει για την αγάπη του. Ευχαριστούσε δε και τους δημίους γιατί με το μαρτύριο του προξενούσαν μεγάλη δόξα και χαρά, μ’ αυτούς τους λίγους πόνους. Τους παρακαλούσε δε να του αυξήσουν την βάσανο διότι όπως έλεγε, όσο πιο πολύ υποφέρει για την αγάπη του Χριστού, τόσο περισσότερη τιμή θα λάβει από τον Θεό. Κι όπως προείπαμε, έλαβε τα ίδια βασανιστήρια με τους άλλους. Αφού πρώτα του έκοψαν όλα του τα μέλη, τέλος του έκοψαν και την τιμία του κεφαλή, και έτσι έλαβε ο μακάριος και ανδρείος Κρής, του μαρτυρίου τον στέφανο, την 7η Φεβρουαρίου, του 1867.
Η αγία ψυχή του ανέβη στα ουράνια για να λάβη από τον αγωνοθέτη Χριστό τα βραβεία της λαμπράς του νίκης, της ορθοδόξου ομολογίας και της σταθεράς αθλήσεως από τον Παμβασιλέα. Το τίμιο και ιερό λείψανό του, το ένωσαν οι Αγαρηνοί με τα άλλα λείψανα των προ αυτού φονευθέντων Χριστιανών και τα έριξαν όλα μαζί σε τόπο άγνωστο, μέχρι σήμερα.»


















































