Ο άσαρκος και απερίγραπτος ΘΕΟΣ «περιεγράφη σαρκούμενος…»!
Η 1η Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ορίστηκε από τους Αγίους Πατέρες της Ορθόδοξης Ανατολής, να γιορτάζεται πανηγυρικά ως “Κυριακή της Ορθοδοξίας”! Με την ιδιαίτερη αυτή Εορτολογική θεσμοθέτηση [ 1 ] της Μητέρας-Εκκλησίας, διακηρύσσεται στο τέλος ενός αιώνα ‘εικονοκλαστικών’ συγκρούσεων (726 – 842 μ.Χ.), η μεγαλειώδης ΝΙΚΗ της Αγίας Ορθοδοξίας κατά των εναγών και απατηλών αιρέσεων… της Θεϊκής Αλήθειας κατά του σατανικού ψεύδους… του Θείου Φωτός κατά του δαιμονικού σκότους…!
«Ο απερίγραπτος Λόγος Του Πατρός εκ Σου, Θεοτόκε, περιεγράφη σαρκούμενος. Και την ρυπωθείσαν εικόνα εις το αρχαίον (κάλλος) αναμορφώσας, τω θείω Κάλλει συγκατέμιξεν. Αλλ’ ομολογούντες την σωτηρίαν, έργω και λόγω ταύτην ανιστορούμεν.»
(Από την υμνολογία της Εορτής)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ο απερίγραπτος Λόγος του Θεού Πατέρα (Ιησούς Χριστός) από Σένα, Θεογεννήτρια, έλαβε ανθρώπινη σάρκα και μορφή, έγινε ορατός και περιγραπτός. Κι’ αφού αποκατέστησε την χαμένη ωραιότητα πάνω στην αμαυρωμένη εικόνα Του (τον άνθρωπο), την ανέμειξε με την θεία ομορφιά. Ώστε, ομολογώντας το σωτήριο γεγονός της ενανθρώπησης του Θεού… την περιγράφουμε απεικονιστικά και την αγκαλιάζουμε υμνολογικά.
Ο ανωτέρω ύμνος της παρούσας Εορτής, αποτελεί δογματική ομολογία της Ορθόδοξης Ανατολής. Θεολογεί την ενανθρώπηση του Χριστού, ο Οποίος -από Θεός άπειρος, άσαρκος, απεριόριστος και απερίγραπτος- έγινε σχετικός, σαρκοφόρος, περιορισμένος και περιγράψιμος… μέσω της Παναγίας Θεοτόκου. Έτσι, αποκατέστησε την φθαρμένη εικόνα του μεταπτωτικού ανθρώπου στο προπτωτικό και αμόλυντο κάλλος της! Ένωσε την ανθρώπινη με την θεϊκή ωραιότητα, γεγονός που η Εκκλησία ομολογεί δογματικά και αποτυπώνει ζωγραφικά, μέσω της ιερής εικονογράφησης. Ο εν λόγω ύμνος αποτελεί βασικό Ορθόδοξο θεολογικό ‘επιχείρημα’ υπέρ της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων, αναδεικνύοντας ότι η δυνατότητα να απεικονίζεται ο Θεός… εκπηγάζει από την πραγματική (και όχι πλασματική) ενανθρώπησή Του.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού, που είναι άπειρος και απερίγραπτος, με την ενσάρκωση-ενανθρώπησή Του από την Παναγία Θεοτόκο, έλαβε σάρκα και έγινε περιγραπτός… δηλαδή ορατός και απεικονίσιμος. Θεράπευσε την φύση των ανθρώπων ‘φορώντας’ την επάνω Του, επειδή είχε μολυνθεί από την αμαρτία, και την επανέφερε στην αρχική, αμόλυντη (κατ’ εικόνα Θεού) ωραιότητά της. Η ανθρώπινη φύση συγκαταμείχθηκε με την θεία φύση… προσλαμβάνοντας Χάρη και δόξα θεϊκή. Επειδή ο Θεός-Λόγος σαρκώθηκε πραγματικά… και όχι πλασματικά, η Εκκλησία Του ομολογεί την σωτηριώδη ενανθρώπησή Του, αναπαριστώντας την δοξολογικά με λόγια (δογματικά) και με έργα (εικονογραφικά).
Ακατάληπτο Μυστήριο… Μυστηρίων: ο «Άσαρκος Λόγος» της Παλαιάς Διαθήκης… που εμφανιζόταν στους προπάτορες ως «Άγγελος Φωτός» και συνομιλούσε «πρόσωπο προς πρόσωπο» με τους ‘θεωμένους’ προφήτες και πατριάρχες, ήταν ο… προϋπάρχων της ενανθρωπήσεώς Του, Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Χριστός! Ήταν Εκείνος που αυτοσυστήθηκε στους ανθρώπους, ως «Εγώ ειμί ο ΩΝ…» = «Εγώ είμαι Αυτός που υπάρχει…» (Έξοδος, 3, 14)! «Ο Πρώτος και ο Έσχατος και ο Ζων εις τους αιώνας των αιώνων…» (Αποκ. 1, 17-18), «Εγώ ειμί το Α και το Ω, η Αρχή και το Τέλος…» (Αποκ. 22, 13), «Εγώ ειμί ο Ων, ο Ην και ο Ερχόμενος…» (Αυτός που υπάρχει… που υπήρχε… και έρχεται…» (Αποκ. 1, 4)! [ 2 ] Είναι ο, μετά την ενανθρώπησή Του, Ιησούς Χριστός, που έλαβε σάρκα και οστά ως τέλειος άνθρωπος στην Νέα Διαθήκη, και έγινε ορατός και περιγραπτός.
Αλήθεια! Πόσο ζωτικής σημασίας ήταν/είναι η ανάγκη της ψυχής μας να ‘προσωποποιήσει’ οπτικά και να περιγράψει φυσιογνωμικά τον Θεό που την έπλασε! Πόσο χρειαζόμαστε οι άνθρωποι να μπορούμε να ‘απεικονίζουμε’ μνημονικά τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, και πάνω απ’ όλα τον Αγαπημένο Πλάστη και Θεό μας! [ 3 ] Πόσο σημαντικό είναι για την ψυχική και την συναισθηματική μας πληρότητα, να έχουμε ‘ιστορημένα’ πανομοιότυπα ‘αντίτυπα’ των προσφιλών μας πρωτοτύπων! Έτσι, ώστε να διαβιβάζουμε σ’ εκείνα (πρωτότυπα), τα ευλαβικά και σεβαστικά μας αισθήματα, που δείχνουμε σ’ αυτά (αντίτυπα)! Ακριβώς, όπως «Η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει…» (Μέγας Βασίλειος, P.G. 32, 149)!
Η Ορθόδοξη Εικονογραφία-Αγιογραφία, που ξεκίνησε από τον Άγιο Ευαγγελιστή Λουκά [ 3 ] τον Ιατρό, είναι Τέχνη μυσταγωγική… που ανάγει τους Χριστολάτρες στο Μυστήριο του «μέλλοντος αιώνος»! Οι ιερές μορφές των εικονιζομένων προσώπων (του Χριστού, της Θεοτόκου και των Αγίων), ενώ ιστορούνται με τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά… παραπέμπουν περισσότερο σε ουράνια, παρά σε γήινα όντα! Η ιστορούμενη μορφή τους, δεν είναι «του κόσμου τούτου», ενσωματώνει κάτι αλλόκοσμο… ένα άλλο Φως, το άκτιστο Φως του Χριστού… που αντανακλάται στην καθαρή τους καρδιά… και εκπηγάζει από μέσα τους, αναδεικνύει επάνω στα πρόσωπα των Αγίων ένα Κάλλος αειθαλλές… απαράκμαστο… γαληνοφόρο…! [ 4 ]
Στην Εικονογραφία της Ορθόδοξης Ανατολής, ακόμα και η πιο ‘άτεχνη’ Θεομητορική εικόνα, παραπέμπει ευλαβώς ΜΟΝΟ στην ΜΑΝΝΑ Παναγία, μπροστά στην Οποία κανείς μπορεί να νοιώσει ΜΟΝΟ υικά/θυγατρικά αισθήματα φιλομήτορος λατρείας και βαθύτατης ευλάβειας! [ 5 ] Αντίθετα, κάθε ‘Μαντόνα’ της Δυτικής εικονογραφίας, παραπέμπει σε μια γυναίκα… ‘γήινη’, με επίφαση στην θηλυκότητά της! Μια γυναίκα με έντονο μακιγιάζ (ρουζ στα μάγουλα, κόκκινα χείλη…), που την κάνει να φαντάζει ελκυστική… έως και ‘ερωτεύσιμη’ (!), διεγείροντας κατώτερα ένστικτα, ακόμα και αισχρούς-βλασφήμους λογισμούς… για την προκλητική ‘ομορφιά’ της! Μια εικόνα… που σε καμιά περίπτωση ΔΕΝ μπορεί να εμπνεύσει τον υικό/θυγατρικό σεβασμό και ευλαβικό δέος… που νοιώθει κανείς μπροστά στην Υπέραγνη ΘΕΟΜΑΝΝΑ της Ορθοδοξίας!
Η αίρεση της Εικονομαχίας ποδοπάτησε με απάνθρωπη μανία αυτή την ανθρώπινη ανάγκη: να απεικονίζουμε εικαστικά τα ιερά εκείνα πρόσωπα που αγαπούμε και σεβόμαστε, αποδίδοντας τιμητική προσκύνηση στις ιερές εικόνες τους. Γι’ αυτό, η 7η Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε ως αίρεση την δαιμονιώδη Εικονομαχία, αποδίδοντας ευλαβικό σεβασμό στις σεπτές Εικόνες του Θεανθρώπου Χριστού, της Παναγίας Θεοτόκου και των Αγίων. Αναστήλωσε την ιερή Εικονογραφία στους Ναούς (που είχε καταστρέψει η Εικονομαχία), ορίζοντας ως Εόρτια ημέρα «θριάμβου της Ορθοδοξίας» την 1η Κυριακή της Μεγ. Σαρακοστής. Το αιτιολογικό της υπόβαθρο, ήταν ο λόγος του Μεγάλου Βασιλείου, ότι: η τιμή προς το αντίτυπο μιας εικόνας… διαβιβάζεται στο Πρωτότυπο, δηλ. τιμάται το πρόσωπο που εικονίζεται, και όχι τα δομικά υλικά της απεικόνισής του.
Όπως διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος: Προσκυνούμε με ευλαβική λατρεία την Εικόνα του Χριστού, ως σαρκωμένου Θεού… που ενανθρώπησε για μας, και θυσιάστηκε για την Σωτηρία μας! Προσκυνούμε την Εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου ως κατά φύση Μητέρας του Θεανθρώπου Κυρίου μας, για τον ρόλο που υποδύθηκε στην υπόθεση της Σωτηρίας μας! Προσκυνούμε τις Εικόνες των Αγίων φίλων του Θεού, που θυσιάστηκαν για τον Χριστό και αγίασαν… για να βοηθήσουν κι’ εμάς στον αγώνα της Σωτηρίας…! Αυτών τις σεπτές μορφές και τα ηρωικά κατορθώματα ζωγραφίζουμε στις ιερές Εικόνες, και συγχαίρουμε μαζί τους και ελκόμαστε προς μίμηση της αγίας ζωής τους…!
Ένας άλλος υπέρμαχος των ιερών εικόνων υπήρξε και ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, που με περίφημα συγγράμματά του ανέπτυξε την Ορθόδοξη θεολογία της Εικόνας, αποδοκιμάζοντας κάθε ατυχή σύγκριση των εικόνων προς τα είδωλα. Υποστήριξε σθεναρά ότι, δεν τιμώνται οι εικόνες καθαυτές, όπως συμβαίνει με τα είδωλα, αλλ’ η σεβαστική τιμή προς αυτές ανάγεται στα πρωτότυπα. Ότι, τα εικονιζόμενα πρόσωπα είναι ορατώς υπαρκτά, και κάθε πρόσωπο ορατώς υπαρκτό… είναι και περιγραπτό. Δηλαδή, μπορεί να απεικονιστεί… γι’ αυτό κι’ ο Θεάνθρωπος Χριστός, που έγινε ορατός κατά την ενανθρώπισή Του, μπορεί να περιγραφεί όπως οράθηκε κατά την σωματική παρουσία Του στην γη, και όχι κατά την αθέατη θεία φύση και ουσία Του.
Η προσκύνηση των ιερών Εικόνων είναι ένδειξη πίστης και ταπείνωσης, συμπληρώνει ο Άγιος Δαμασκηνός. Γιατί, προσευχόμενοι μπροστά στις ιερές Εικόνες, εκφράζουμε με βαθύ σεβασμό και αγάπη τα ευλαβικά μας αισθήματα προς τα άγια εικονιζόμενα πρόσωπα, υποβάλλοντας συνάμα και τα τυχόν αιτήματά μας… διότι οι Εικόνες τους λειτουργούν ως ‘μεσίτριες’ στην προσευχή μας. Με αυτό τον τρόπο οι Εικόνες γίνονται ‘γέφυρες’ διά των οποίων προσκυνούμε νοερά τις εικονιζόμενες ιερές μορφές του Θεανθρώπου Χριστού, της Θεομήτορος και όλων των Αγίων. Δεν αποδίδουμε λατρεία στην ‘ανίερη’ ύλη… αλλά στα ιερά πρόσωπα, που παριστάνονται απεικονιστικά με την χρήση της ύλης.
Η τιμή των Αγίων εκ μέρους των Χριστολατρών, αναφέρεται τελικά με τρόπο αναγωγικό, στον ίδιο τον Άγιο Τριαδικό Θεό, αφού με την προσκύνηση των ιερών Εικόνων, «Τω Θεώ προσάγομεν την προσκύνησιν και την τιμήν, δι’ Ον και τους Αυτού φίλους σέβομεν…»! Ένεκα, λοιπόν, της μυστικής αυτής αλληλεπίδρασης μεταξύ πρωτοτύπων και αντιτύπων, αφ’ ενός η τιμή προς τα αντίτυπα… διαβαίνει στα πρωτότυπα, αφ’ ετέρου οι Εικόνες τους γίνονται Χαριτόβρυτες, από την μεταφόρτωση σε αυτές, Θεϊκής Χάρης… που ενυπάρχει στα ιερά εικονιζομένα πρόσωπα.
Η τιμή και η προσκύνηση των ιερών Εικόνων είναι συνάλληλες έννοιες, που εκφράζουν την ευλαβική και σεβαστική διάθεση των Χριστολατρών, έναντι όλων των αγίων εικονιζομένων προσώπων. Η μεν τιμή προς την Εικόνα εκφράζει το αίσθημα της ευλάβειας… η δε προσκύνηση την έμπρακτη εκδήλωση της διάθεσης αυτής. Η προσκύνηση των ιερών Εικόνων, καθαυτή, είναι πρακτική αναγνώριση της θαυμαστής υπεροχής και αγιότητας των εικονιζομένων προσώπων, ενώ ο ασπασμός των Εικόνων τους με τα χείλη… εκφράζει την εν Χριστώ πνευματική οικειότητά μας, ως Χριστολατρών, προς τον Θεάνθρωπο Κύριο, την Κυρία Θεοτόκο και τους ‘θεωμένους’ Αγίους μας.
Η ζητούμενη μεσιτεία των Αγίων της «Θριαμβεύουσας Εκκλησίας» (του ουρανού) υπέρ των πιστών Χριστολατρών της «Στρατευομένης Εκκλησίας» (της γης), είναι έκφραση της ‘συμπαγούς’ ενότητας του μυστικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού και της εν Χριστώ κοινωνίας των Αγίων! Αυτή την μεσιτεία και τις πρεσβείες των Αγίων -που εκζητούν, για λογαριασμό μας, το Έλεος και την Χάρη του Θεού- επιζητούμε κι’ εμείς οι Χριστολάτρες, με την τιμητική προσκύνηση των αγίων Εικόνων. Όθεν και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συμπληρώνει: «Ο μη προσκυνών τας ιεράς Εικόνας… εχθρός εστί του Χριστού, και της Παναγίας Θεοτόκου και των Αγίων του Θεού…»!
Μεγάλη η πνευματική αξία των σεπτών Εικόνων στην καθημερινή ζωή μας, ως Χριστολατρών, και η θέση τους τιμητική στους ιερούς Ναούς και τις οικίες των πιστών! Μια άξια θέση, που δόθηκε σ’ αυτές από την 7η Οικουμενική Σύνοδο, και εκφράζει τον θρίαμβο της Ορθόδοξης Πίστης. Όλη αυτή την ιερή Παράδοση, δεν πρέπει να την διατηρήσουμε απλώς μόνο θεωρητικά, αλλά να την εισαγάγουμε και να την ‘απλώσουμε’ πρακτικά στην Λατρεία και την Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας μας. Αυτός ο ‘θρίαμβος της Ορθοδοξίας’ πρέπει να συνδυάζεται και με ανάλογη ορθοπραξία στην προσωπική μας ζωή, για να μην ολισθήσουμε ποτέ ούτε σε στείρο δογματισμό… ούτε σε άγονο ηθικισμό, αλλά να γίνουμε -με την Χάρη του Χριστού- ζωντανές θείες ‘εικόνες’ Του!
Στην ‘Αποκαλυπτική’ εποχή μας, μια γενικευμένη τάση αμφισβήτησης και αποδόμησης αιωνίων συμβόλων και διαχρονικών αξιών, που θεωρούνταν μέχρι πρότινος ιερά και αδιαμφισβήτητα, τείνει να δώσει μια ‘εικονοκλαστική’ συνέχεια της ιστορικής εικονοκλασίας του 8ου-9ου αιώνα! Τώρα, που οι μεν ιστορικές θρησκείες εγκαταλείπονται, οι δε παραθρησκείες που εμπορεύονται την δίψα των σύγχρονων ανθρώπων για μυστικισμό και πνευματικότητα, προτιμώνται… η Ορθόδοξη Ανατολή προσφέρει την δική της αντιπρόταση. Είναι η εμπειρική θεογνωσία και ψυχοθεραπευτική ανθρωπογνωσία των Αγίων Πατέρων, μέσω της οποίας η Μάννα-Εκκλησία ετοιμάζει, συν Θεώ, την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση των (προαιρουμένων) ανθρώπων! Ας φυλάξουμε αυτόν τον θησαυρό, εμείς οι Ορθόδοξοι Ρωμηοί, γιατί είναι η μόνη ελπίδα που μπορεί να δώσει ένθεη ζωτική πνοή στον άθεο κόσμο μας!
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[ 1 ] Κατά την «Κυριακή της Ορθοδοξίας» τιμούμε την αναστήλωση των ιερών Εικόνων, από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα στην Κωνσταντινούπολη, το 842 μ.Χ. Πρόκειται για ένα γεγονός-σταθμό στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς αποτελεί την αρχή του τέλους της μεγάλης Εικονομαχικής διαμάχης, που δίχασε την Ορθόδοξη Ανατολή και τους Χριστιανούς Ρωμηούς της Ρωμανίας (εσφαλμένα: Βυζαντίου) για περισσότερο από έναν αιώνα.
[ 2 ] Η βαθειά ανάγκη μας να ‘απεικονίζουμε’ (απαθώς) πρόσωπα που αγαπούμε… και μάλιστα ιερά και θεία, μας παρωθεί συχνά να ‘αναρτούμε’ μέσα κι’ έξω μας (στους τοίχους των αισθητών δωμάτων και των νοητών διαδρόμων της ψυχής μας) αναμνηστικά αντίτυπα φωτεινών μορφών, που ‘παραπέμπουν’ τον νου και την καρδιά σε πρωτότυπα μακρινά και απόντα! Ακόμα, καθιστά κατανοητή και την ανάγκη να αναρτούμε αναμνηστικές φωτογραφίες αγαπημένων μας συγγενικών ή φιλικών προσώπων, που είτε έφυγαν για την αιωνιότητα… είτε ζουν ακόμα κοντά ή μακριά μας.
[ 3 ] Ο Άγιος Ευαγγελιστής Λουκάς ο Ιατρός είχε απεικονίσει πρώτος, ως ζωγράφος, την πάνσεπτη μορφή της Υπεραγίας Θεοτόκου σε τρία αντίτυπα, και άκουσε απ’ το πανάγιο στόμα Της τον χαριτωμένο λόγο της ευαρέστησής Της: «Η ευλογία του Υιού μου ας είναι, δι’ εμού, επάνω στις εικόνες αυτές!».
[ 4 ] Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος (+251 μ.Χ), υπήρξε μια φυσιογνωμία… ασυνήθιστα τερατώδους ασχημίας, εμπνέοντας σε όσους βρίσκονταν εμπρός του, τρόμο και αποστροφή! Όμως, μετά από την μεταστροφή της καρδιάς του προς τον Χριστό (από ειδωλολάτρης που ήταν πριν) και την αφιέρωση της ψυχής του στην «Εσταυρωμένη Παναγάπη», το πρώην δύσμορφο ‘τέρας’ μεταμορφώθηκε, από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, σε ένα ηλιόμορφο και γλυκοθώρητο πλάσμα… που δεν χόρταινε κανείς να το κοιτά και να το θαυμάζει! Και με αυτή την μεταμορφωμένη φυσιογνωμία του Κάλλους ιστορείται στην Ορθόδοξη Αγιογραφία!
Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του ιερού υμνογράφου σε αυτό το στοιχείο (ασχημία) της ιδιοπροσωπείας του Αγίου:
«Δυσμορφίαν του σώματος, ενεργείαις του Πνεύματος, ο Χριστός εκάλλυνε, θεοδόξαστε! Και των βροτών ωραιότατος εφάνης…» (Από την ιερή υμνολογία της 8ης Μαΐου).
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Την σωματική σου δυσμορφία, Χριστοφόρε, δοξασμένε απ’ τον Θεό, ο Χριστός την μεταμόρφωσε σε κάλλος γλυκοθώρητο, κι’ αναδείχτηκες πανέμορφος ανάμεσα στους ανθρώπους…
[ 5 ] Πριν από χρόνια, μια αγαπητή μου ψυχή (φίλη καλή, από την φοιτητική μας ηλικία), μου εμπιστεύτηκε συγκινημένη ένα θαυμαστό γεγονός, που είχε λάβει χώρα στο σπίτι της. ‘Πρωταγωνίστρια’ η μεγάλη της κόρη, Άννα (τότε βρέφος έως ενός έτους, σήμερα μεταπτυχιακή Φαρμακοποιός) που παρουσίασε μια ‘λογικά ανερμήνευτη’ συμπεριφορά… η οποία εξελίχθηκε μπροστά στους κατάπληκτους γονείς. Οι ευλαβείς γονείς το κατέγραψαν ως αυτόπτες μάρτυρες, και μου το εμπιστεύτηκαν εχέμυθα.
Επειδή η μικρή Άννα ήταν ανήσυχη μέσα στο ‘πάρκο’ της, οι γονείς, για να μην κλαίει, άφησαν δίπλα της ένα έγχρωμο λεύκωμα με εικόνες, για να ξεφυλλίζει η Αννούλα και να ησυχάζει, απασχολημένη με τις ‘ζωγραφιές’. Το λεύκωμα περιείχε αποκλειστικά Θεομητορικές απεικονίσεις, από κάθε τέχνη εικονογραφική: Ελληνορθόδοξη, Ρωσική, Ρωμαιοκαθολική, Προτεσταντική… αλλ’ αυστηρά ιεραρχημένες με χρονολογικά κριτήρια, ώστε ήταν ‘ανάκατα’ διατεταγμένες (και όχι ομοιογενώς: όλες μαζί οι ορθόδοξες, όλες μαζί οι καθολικές, όλες μαζί οι προτεσταντικές), με τεράστια αισθητική ανομοιογένεια μεταξύ τους.
Κάποια στιγμή που έσπευσαν οι γονείς να δουν ‘τί κάνει’ στο πάρκο η μικρή (που είχε, εν τω μεταξύ, περιέργως πως ησυχάσει…), αντίκρυσαν το εξής θαυμαστό θέαμα. Η μόλις ενός έτους Άννα, είχε μπροστά της ανοιχτό το βιβλίο με τις Θεομητορικές εικόνες και το ξεφύλλιζε με ενδιαφέρον. Μη έχοντας αντιληφθεί την ‘κατασκόπευση’ των γονέων της, η μικρή ξεφύλλιζε ανέμελα το βιβλίο, κάνοντας αυθόρμητα «Μμμάκια» ΜΟΝΟ… στις Ορθόδοξες απεικονίσεις της Παναγίας, οι περισσότερες εκ των οποίων, μάλιστα, ήταν μαυρισμένες λόγω παλαιότητας! Δηλ. το βρέφος, σαν να είχε μέσα του διαμορφωμένα Ορθόδοξα κριτήρια θεολογικής αλήθειας, προσπερνούσε αδιάφορα όλες τις άλλες εικόνες, σταματώντας για «μμμάκια» μόνο στις Ορθόδοξες Θεομητορικές απεικονίσεις!
Σημειωτέον, ότι: οι απεικονίσεις της Μητέρας του Θεού, κατά την Δυτική εικονογραφική παράδοση, που περιέχονταν στο βιβλίο, ήταν χρωματικά/αισθητικά πλουσιότερες και λαμπρότερες, εικαστικά δε πολύ πιο εντυπωσιακές… ώστε να ‘ελκύσουν’ λογικά ένα βρέφος που δεν μπορούσε να γνωρίζει συνειδητά τί προσκυνούσε…!


















































