Στοιχειωμένο πλοίο κανείς δεν το’ χε πλησιάσει.
Μισόν αιώνα προσαραγμένο στην αμμούδα.
Σε μένα έλαχε η αβαρία το θησαυρό ν’ ανακαλύψω.
Στο τρίτο ντουλάπι της γέφυρας
βρήκα τις λέξεις σου, Νίκο.
Σ’ ένα τετράδιο νοτισμένο απ’ το πούσι.
Σκουριασμένες, αλλά ζωντανές σφραγισμένες με μια στάμπα από ρούμι.
Είχαν μια θλίψη μέσα τους.
Κουβαλούσαν το ανελέητο μαράζι του ξενιτεμού.
Έγραφαν με αλάτι όσα δεν έλεγαν οι άνθρωποι.
Στίχοι ανάκατοι σε παρατημένα πακέτα τσιγάρων,
στίχοι που λογάριασαν μουσική το τρίξιμο του ασύρματου στις χαμένες συχνότητες,
Στίχοι που απίθωσες ευλαβικά στο κομοδίνο του ωκεανού.
Η ποίηση είπες, μυρίζει αλμύρα.
Η θάλασσα είπα, ξεβράζει ποίηση.
Δεν άναψα κερί.
Μόνο διάβασα τους στίχους σου φωναχτά στο κατάστρωμα,
σε μια γοργόνα που βούτηξε στα νερά της νοσταλγίας.
Ό,τι σκουριάζει, λες, πεθαίνει —
μα οι στίχοι σου αστράφτουν,
σαν μαχαιριού τη λάμα την καινούργια.
Πενήντα χρόνια και ακόμα οι ναυτικοί
σε κλέβουν απ’ τα κύματα και σε ρίχνουν στα ποτήρια τους κάθε που πιάνουν λιμάνι.
photo Atlantios, https://pixabay.com

















































