Η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα ακόμη στατιστικό φαινόμενο. Είναι ένα αθόρυβο, διαρκώς διευρυνόμενο ρήγμα μέσα στον ίδιο τον ιστορικό μας χρόνο. Δεν πρόκειται μόνο για αριθμούς που μειώνονται, αλλά για γενιές που δεν γεννιούνται, για σχολεία που αδειάζουν, για χωριά που σιωπούν, για μια κοινωνία που γερνά πριν προλάβει να ανανεωθεί.
Όταν ένας λαός παύει να αναπαράγει τον εαυτό του, δεν απειλείται μόνο η οικονομία ή το ασφαλιστικό του σύστημα. Απειλείται η συνέχεια της μνήμης, της γλώσσας, της παράδοσης, της ίδιας της πολιτισμικής του παρουσίας στον τόπο όπου γεννήθηκε και ρίζωσε. Η δημογραφική συρρίκνωση δεν έρχεται με θόρυβο. Έρχεται με σιωπή. Και αυτή η σιωπή είναι ίσως το πιο ανησυχητικό σημάδι.
Τα στοιχεία εδώ και δεκαετίες δείχνουν μια σταθερή πορεία γήρανσης του πληθυσμού και μείωσης των γεννήσεων. Δεν είναι μια στιγμιαία κρίση, αλλά μια μακρά διαδικασία φθοράς. Αν συνεχιστεί χωρίς ουσιαστική αναστροφή, δεν θα αλλάξει μόνο η πληθυσμιακή σύνθεση της χώρας. Θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η κοινωνία αντιλαμβάνεται το μέλλον της.
Το πιο δύσκολο όμως ερώτημα δεν είναι τι συμβαίνει. Είναι γιατί συμβαίνει. Γιατί μια κοινωνία που γνωρίζει τον κίνδυνο συνεχίζει να ζει σαν να μην την αφορά. Γιατί η αγωνία μετατρέπεται σε συνήθεια και η συνήθεια σε αδιαφορία. Και τότε η ευθύνη παύει να είναι απρόσωπη. Γίνεται συλλογική.
Δεν πρόκειται για ζήτημα φόβου ούτε για ζήτημα συνθημάτων. Πρόκειται για ζήτημα επιβίωσης με την ευρύτερη έννοια: επιβίωσης πολιτισμικής, κοινωνικής και ιστορικής. Ένας λαός δεν χάνεται μόνο όταν ηττάται, χάνεται και όταν παύει να φροντίζει τη συνέχειά του. Αν υπάρχει ακόμη μέσα μας η αίσθηση ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας τόπος κατοικίας αλλά μια ευθύνη που παραλάβαμε και οφείλουμε να παραδώσουμε, τότε ο δημογραφικός προβληματισμός δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους. Γιατί το μέλλον ενός έθνους δεν γράφεται με διαπιστώσεις, γράφεται με αποφάσεις.
photo ricardoamaldonadoo, https://pixabay.com























