Εκείνη τον παρατηρεί όπως παρατηρεί κανείς κάτι που αλλάζει αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα.
Κάθεται στην δεξιά πλευρά του καναπέ, ανάβει το μάτι της κουζίνας με το αριστερό χέρι κι όταν φυσάει τον καπνό, το κεφάλι του γέρνει σαν να σηκώνει ένα ανεπιθύμητο βάρος.
Κι όμως, ταυτόχρονα, δεν είναι ο ίδιος. Ας κάνει ακριβώς τα ίδια πράγματα ,με την ίδια σειρά.
Μια απουσία απλώνεται στον χώρο που δε δηλώνεται με μικρές αλλαγές ούτε με λόγια ή με αποστάσεις .
Είναι πιο λεπτή, πιο σιωπηλή. Εκείνη δεν μπορεί να εντοπίσει ακριβώς πότε συνέβη. Μόνο νιώθει πως η σχέση τους μετατοπίστηκε από κάτι ζωντανό σε κάτι άλλο. Κάτι απόν.
Η παρουσία του γίνεται σχεδόν τυπική, σαν μια συνθήκη που διατηρείται από συνήθεια.
Σε αυτήν τη συνύπαρξη, το πιο δύσκολο δεν είναι η μοναξιά. Είναι η αμφισημία. Το να μην μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι τον έχασε, αλλά ούτε και να νιώσει ότι τον έχει.
Να ζει σε ένα ενδιάμεσο, όπου η απουσία δεν είναι αρκετά καθαρή για να πενθηθεί και η παρουσία δεν είναι αρκετά πλήρης για να παρηγορήσει.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο βαρύ φορτίο: να μοιράζεσαι τη ζωή σου και παρ’ όλα αυτά να μαθαίνεις σιγά σιγά να ζεις χωρίς αυτόν.
Η απουσία του, που κάποτε υπήρχε μέσα στην παρουσία του, τώρα απλώς πήρε τη φυσική της μορφή.
Έγινε πλήρης, καθαρή. Και όμως, με έναν παράξενο τρόπο, δεν άλλαξε δραματικά την πραγματικότητα. Απλώς την επιβεβαίωσε. Γιατί αυτός πάντα έλειπε.
Και ίσως η πιο σκληρή διαπίστωση είναι αυτή: η επίγνωση μιας ασυμμετρίας , ενός δεσμού που δεν υπήρξε ποτέ εξίσου σημαντικός και για τους δύο.
Ύστερα εκείνη ανάβει την τηλεόραση και κάθεται στην αριστερή πλευρά του καναπέ.
«Αύριο αναμένονται πυκνές νεφώσεις στα νοτιοδυτικά».
Αλλάζει κανάλι.
Photo Annamae22, https://pixabay.com























