Από ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ
Η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν θα κρίνει μόνο τη σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης. Θα δείξει αν η Δύση εξακολουθεί να έχει κοινή στρατηγική ή αν η αμερικανική ισχύς μετατρέπεται σε παράγοντα αστάθειας για τους ίδιους της τους συμμάχους.
Η σύγκρουση με το Ιράν, η ρήξη με την Ευρώπη και η κρίση νοήματος της αμερικανικής ηγεσίας
Ηεπερχόμενη σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου 2026, δεν θα είναι μια ακόμη τελετουργική συνάντηση ηγετών. Θα είναι ένα τεστ επιβίωσης για τη διατλαντική συμμαχία. Το ΝΑΤΟ επιβεβαιώνει επισήμως ότι η σύνοδος θα γίνει στην τουρκική πρωτεύουσα, υπό την προεδρία του γενικού γραμματέα Μαρκ Ρούτε, όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι το πού θα συναντηθούν οι ηγέτες. Είναι αν θα εξακολουθούν να συναντώνται ως σύμμαχοι με κοινή στρατηγική αντίληψη ή ως εταίροι που φοβούνται ο ένας τις προθέσεις του άλλου.
Η ανακοίνωση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα παραστεί στη σύνοδο δεν αίρει την αβεβαιότητα· την κάνει ακόμη πιο ορατή. Σύμφωνα με τον Μάρκο Ρούμπιο, ο Αμερικανός πρόεδρος θα πάει στην Άγκυρα παρά την έντονη δυσαρέσκειά του για τη στάση πολλών συμμάχων απέναντι στον πόλεμο με το Ιράν. Η Ουάσιγκτον κατηγορεί την Ευρώπη ότι δεν στάθηκε αρκετά κοντά στην αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία, ιδίως στο ζήτημα του Περσικού Κόλπου και των Στενών του Ορμούζ.
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο ρήγμα: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ζητούν πλέον απλώς «δίκαιη κατανομή βαρών» μέσα στο ΝΑΤΟ. Ζητούν πολιτική στοίχιση σε πολέμους που η Ευρώπη δεν έχει εγκρίνει, δεν ελέγχει και δεν ξέρει πού καταλήγουν. Η διαφορά είναι τεράστια.
Άλλο να ζητάς από τους Ευρωπαίους να ξοδέψουν περισσότερα για την άμυνά τους απέναντι στη Ρωσία, και άλλο να απαιτείς να γίνουν ουρά μιας αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή.
Την ίδια ώρα, η ίδια η Ουάσιγκτον μειώνει τη διαθεσιμότητα δυνάμεών της για το ΝΑΤΟ και καλεί Ευρωπαίους και Καναδούς να καλύψουν τα κενά σε αεροπορικά και ναυτικά μέσα. Το Reuters μετέδωσε ότι οι ΗΠΑ ζητούν από τους συμμάχους να αυξήσουν γρήγορα τις συνεισφορές τους σε επανδρωμένα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πλοία και κρίσιμες δυνατότητες, καθώς η αμερικανική πλευρά κάνει βήματα πίσω.
Αυτό δεν είναι απλή τεχνική αναδιάταξη. Είναι πολιτικό μήνυμα. Η Αμερική λέει στην Ευρώπη: «Θα σας ζητώ περισσότερα, αλλά θα σας εγγυώμαι λιγότερα». Από την ευρωπαϊκή σκοπιά, αυτό δημιουργεί μια επικίνδυνη ενδιάμεση κατάσταση. Η Ευρώπη δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη στρατηγική αυτονομία, αλλά η αμερικανική εγγύηση δεν είναι πλέον αυτονόητη.
Η Πολωνία το αντιλαμβάνεται πιο καθαρά από όλους. Η Βαρσοβία ζητά νέα μόνιμη αμερικανική βάση στο έδαφός της, επιχειρώντας να κλειδώσει όσο μπορεί την παρουσία των ΗΠΑ στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Το αίτημα έρχεται λίγο μετά την ανακοίνωση Τραμπ για αποστολή επιπλέον 5.000 Αμερικανών στρατιωτών στην Πολωνία, μέσα σε ένα ευρύτερο περιβάλλον αστάθειας και αμερικανικών παλινωδιών για τη στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη.
Εδώ αποκαλύπτεται η νέα Ευρώπη των φόβων. Η Πολωνία δεν ζητά απλώς στρατιώτες. Ζητά φυσική απόδειξη ότι η Αμερική δεν θα φύγει. Η μόνιμη βάση γίνεται συμβολικό συμβόλαιο ασφαλείας. Όσο πιο απρόβλεπτη γίνεται η Ουάσιγκτον, τόσο περισσότερο οι χώρες της πρώτης γραμμής θέλουν αμερικανικό μέταλλο, αμερικανικές σημαίες και αμερικανικές υποδομές στο έδαφός τους.
Αλλά η κρίση δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Η Μέση Ανατολή είναι το δεύτερο μέτωπο όπου η αμερικανική ισχύς δείχνει τα όριά της. Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη εμφανίζονται να πιστεύουν ότι κερδίζουν. Στην πραγματικότητα, και οι δύο χάνουν. Η ανάλυση της Sanam Vakil στον Guardian περιγράφει μια εύθραυστη εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν, όπου καμία πλευρά δεν έχει φτάσει σε πραγματική πολιτική λύση: η Τεχεράνη επιβιώνει και διεκδικεί ανταλλάγματα, ενώ η Ουάσιγκτον αναζητά μια γρήγορη συμφωνία που να μπορεί να παρουσιαστεί ως νίκη.
Το αποτέλεσμα είναι στρατηγικό τέλμα. Οι ΗΠΑ έχουν ισχύ πυρός, αλλά όχι καθαρή έξοδο. Το Ιράν έχει υποστεί πλήγματα, αλλά δεν έχει σπάσει. Το Ισραήλ έχει στρατιωτική υπεροχή, αλλά όχι πολιτική λύση. Και η περιοχή μετατρέπεται σε αλυσίδα ασταθών μετώπων: Γάζα, Λίβανος, Περσικός Κόλπος, Στενά του Ορμούζ, ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Ακόμη και οι εκεχειρίες που παρουσιάζονται ως διπλωματικές επιτυχίες δεν σταματούν πραγματικά τη βία. Το Reuters σημειώνει ότι οι αμερικανικά μεσολαβημένες εκεχειρίες σε Γάζα, Λίβανο και Ιράν δεν έχουν οδηγήσει σε σταθερή ειρήνη, επειδή λείπει το πολιτικό πλαίσιο που θα έκανε τη στρατιωτική παύση μόνιμη.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο από τη ρωγμή στη σχέση Τραμπ-Νετανιάχου. Ο Τραμπ φαίνεται να θέλει να κλείσει τον πόλεμο με το Ιράν πριν του κοστίσει πολιτικά και οικονομικά στο εσωτερικό. Ο Νετανιάχου, αντιθέτως, έχει λόγους να διατηρεί την πίεση, ιδίως στον Λίβανο και απέναντι στη Χεζμπολάχ. Ο Τραμπ επιβεβαίωσε έντονο τηλεφώνημα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό για τις επιχειρήσεις στον Λίβανο, ενώ άλλες αναφορές δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μην αφήσει το Ισραήλ να τινάξει στον αέρα την προσπάθεια συμφωνίας με το Ιράν.
Άρα η αμερικανική ηγεσία βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο. Για να δείξει ότι είναι ισχυρή, άνοιξε ή στήριξε μέτωπα. Για να αποδείξει τώρα ότι ελέγχει τα πράγματα, πρέπει να πείσει συμμάχους και αντιπάλους να σταματήσουν. Όμως η ισχύς που δεν μετατρέπεται σε πολιτικό αποτέλεσμα γίνεται φθορά.
Το τρίτο ρήγμα είναι ιδεολογικό. Η υπόθεση της Δανίας και της Γροιλανδίας δείχνει ότι η αμερικανική πίεση δεν απομακρύνει μόνο αντιπάλους. Σπρώχνει και συμμάχους πιο βαθιά στην ευρωπαϊκή αγκαλιά. Η νέα κυβέρνηση της Μέτε Φρεντέρικσεν στη Δανία έχει θέσει ως προτεραιότητα την αντίσταση στην αμερικανική πίεση για τη Γροιλανδία, ενώ παράλληλα ενισχύει τη δική της αμυντική και κοινωνική ατζέντα.
Η ειρωνεία είναι εμφανής. Ένας Αμερικανός πρόεδρος που θεωρεί την Ευρώπη αδύναμη, γραφειοκρατική και εξαρτημένη, καταφέρνει με τη συμπεριφορά του να ξυπνά ευρωπαϊκά αντανακλαστικά κυριαρχίας. Η Δανία, μια χώρα παραδοσιακά φιλοατλαντική, αναγκάζεται να σκέφτεται όχι μόνο τη Ρωσία ή την Κίνα, αλλά και το πώς προστατεύει την εδαφική της ακεραιότητα από την πίεση του ίδιου του αμερικανικού συμμάχου.
Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται μια βαθύτερη μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής ταυτότητας. Η συζήτηση για το «Rededicate 250», την προσπάθεια επαναφιερώσεως της Αμερικής ως «έθνους υπό τον Θεό», δεν είναι άσχετη με την εξωτερική πολιτική. Το AP μετέδωσε ότι η διοίκηση Τραμπ συμμετείχε σε εκδήλωση προσευχής που επικρίθηκε ως προώθηση χριστιανικού εθνικισμού, ενώ αναλύσεις για τον Τζέφερσον και τον Μάντισον υπενθυμίζουν ότι οι ιδρυτές της αμερικανικής δημοκρατίας έβλεπαν τη διάκριση κράτους και θρησκείας ως θεμέλιο ελευθερίας, όχι ως εμπόδιο.
Όταν μια υπερδύναμη αρχίζει να βλέπει τον εαυτό της όχι ως θεσμικό εγγυητή μιας διεθνούς τάξης, αλλά ως προνοιακό όργανο μιας αποστολής, τότε η συμμαχία μετατρέπεται σε πίστη, η διαφωνία σε προδοσία και η διπλωματία σε τελεσίγραφο. Αυτό ακριβώς φοβάται σήμερα η Ευρώπη: όχι απλώς την αμερικανική αποχώρηση, αλλά την αμερικανική αυθαιρεσία.
Το ΝΑΤΟ στην Άγκυρα θα πρέπει, επομένως, να απαντήσει σε ένα υπαρξιακό ερώτημα. Μπορεί η Συμμαχία να επιβιώσει όταν ο ισχυρότερος εταίρος της δεν συμπεριφέρεται πάντα ως σταθερός εγγυητής αλλά ως απρόβλεπτος απαιτητής; Μπορεί η Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος χωρίς να δημιουργηθεί κενό αποτροπής απέναντι στη Ρωσία; Μπορεί η Αμερική να συνεχίσει να ζητά πειθαρχία από τους συμμάχους της, όταν η ίδια αλλάζει γραμμή από μήνα σε μήνα;
Η απάντηση δεν είναι η διάλυση του ΝΑΤΟ. Είναι η ενηλικίωση της Ευρώπης. Όχι αντι-αμερικανισμός, αλλά ευρωπαϊκή στρατηγική κυριαρχία. Όχι ρητορική αυτονομίας χωρίς μέσα, αλλά πραγματικές αμυντικές δυνατότητες, κοινή βιομηχανική βάση, πολιτική βούληση και σαφής ιεράρχηση απειλών.
Η Ελλάδα οφείλει να διαβάσει αυτή τη συγκυρία ψύχραιμα. Η μετατόπιση των ΗΠΑ προς μια πιο συναλλακτική, πιο επιλεκτική και πιο απρόβλεπτη στρατηγική δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να εγκαταλείψει την αμερικανική σχέση. Σημαίνει όμως ότι δεν πρέπει να επενδύει μονοδιάστατα σε καμία εξωτερική εγγύηση. Σε έναν κόσμο όπου οι σύμμαχοι διαπραγματεύονται σκληρότερα, οι περιφερειακές δυνάμεις κινούνται πιο επιθετικά και οι κανόνες γίνονται λιγότερο δεσμευτικοί, η εθνική ισχύς επιστρέφει στο κέντρο της πολιτικής.
Η Άγκυρα θα φιλοξενήσει τη σύνοδο του ΝΑΤΟ. Αλλά το πραγματικό της θέμα θα είναι η Ουάσιγκτον. Όχι η τυπική παρουσία του Τραμπ, αλλά το είδος της Αμερικής που θα εμφανιστεί εκεί: μια Αμερική εγγυήτρια τάξης ή μια Αμερική που χρησιμοποιεί τη Συμμαχία ως μηχανισμό πίεσης;
Αν είναι το δεύτερο, τότε η Ευρώπη πρέπει να πάψει να ρωτά αν οι ΗΠΑ θα μείνουν. Πρέπει να αρχίσει να απαντά τι θα κάνει αν οι ΗΠΑ μείνουν με όρους που δεν εξυπηρετούν πλέον την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
source ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ, https://www.anixneuseis.gr/
photo IBNAeu.COM, https://www.ibnaeu.com/en/2026/06/03/nato-summit-ankara-2026-alliance-readiness/
Bosphorus News





























