Σηκώνω τείχη – τι αστείο πώς καταρρέουν – φτιάχνω ασπίδες με νέα κράματα μετάλλων, αναχώματα, τάφρους… Μα μου γελούν ειρωνικά, δεν ξεγελιέται ο φόβος με τεχνάσματα.
Κολλάω σε λέξεις, σκέψεις, ερωτηματικά μήπως κι έτσι καθυστερήσω τη μία και μοναδική συνειδητοποίηση. Της φθοράς. Ούτε η θάλασσα (ίσως μόνο για λίγα λεπτά στο αμνιακό υγρό της) δεν αρκεί για να ξεγελαστεί ο φόβος. Μήπως η λογοτεχνία είναι η απάντηση; Άλλοι, πιο έμπειροι από εμένα, δεν γιατρεύτηκαν απ’ αυτή.
Ο θάνατος, θα βρει τρόπο να υπενθυμίσει την αυτοκρατορική του εξουσία. Και απαιτεί ο άτιμος! Απαιτεί να ζω όσο πιο αυθεντικά μπορώ. Αυτό με φέρνει αντιμέτωπη με την ευθύνη μου. Μια ευθύνη που ακόμη, δεν ξέρω αν και με τι τρόπο μπορώ να χωρέσω.
Η αποδοχή της θνητότητας, στέκεται στο πλατύσκαλο και περιμένει.
Να την πάρω στα σοβαρά τη ζωή ή είναι μια φάρσα;
Με τις φάρσες, άλλες φορές γελάω, άλλες κλαίω, άλλες τίποτε απ’ τα δύο.
photo pexels, https://pixabay.com




























