Το βλέμμα μου στον Ήλιο,
τί κι άν τον έκρυψε η βροχή,
τί κι άν κρυφοκυτούσαν
τ αστέρια όλη μέρα!
Σκιά δεν έμεινε θαρρώ ,
κι ό αγέρας δεν λυπάται.
Και γώ στην πέτρα
την δαρμένη από το κύμα,
μέρα και νύχτα αναμετρώ τα όνειρά μου,
που στέκονται αγνάντι
από την φουσκοθαλασσιά.
Σαν νά’ταν χτές που ξύπνησα
στην άκρη του γυαλού
κι αγνάντεψα τον Ήλιο πρώτη μέρα.
Ύστερα από δυό χιλιάδες χρόνια.
Και κεί πάνω στο κύμα του γιαλού
άρπαξα ξαφνικά την Λευτεριά μου
και σηκώθηκα.
Την φόρτωσα στούς ώμους
και περπάτησα.
Πάνω στις πέτρες και στην άμμο
που γλιστρούσαν,
και με την τρίτη προσοχή,
πέρασα
στην αντίπερα όχθη της νυχτιάς.
Ώσπου ξημέρωσε ο Ήλιος πάλι πρώτος
λεύτερος, λαμπερός κι αυτός
κι ανάσανα βαθιά
της θάλασσας την αύρα
και το ιώδιο του γιαλού
πέρασε στα πνευμόνια μου,
κι ένοιωσα λεύτερος και δυνατός
μετά απ’την καταιγίδα.
Χωρίς να ξέρω το γιατί
η μέρα άργησε τόσο
και το ξεκίνημα έγινε
ελπίδα που μοσχοβολούσε
στου φλοίσβου την οχλοβοή.
Και μένα η ματιά μου γιγαντώθηκε
στης Μάνας μου το κάλεσμα
που τόσο είχα πεθυμήσει τόσα χρόνια….
photo https://pixabay.com/el/

















































