Το παρελθόν διχάζει ακόμη την Ισπανία, ενώ τα ίχνη της πολιτικής του Φράνκο φαίνεται να στοιχειώνουν το παρόν. 40 χρόνια μετά την δολοφονία του Λόρκα, ζητήθηκε σήμερα η εκταφή του στρατηγού που έδωσε την εντολή για τον θάνατο του ποιητή.
Πρόκειται για την σορό του στρατηγού – συνεργάτη του Φράνκο, Γκονθάλο Κέϊπο δε Γιάνο, ο οποίος πιστεύεται ότι το 1936 διέταξε την εκτέλεση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.
Ο Γκονθάλο Κέιπο δε Γιάνο, διοικούσε την νότια στρατιά Εθνικιστών μεταξύ 1936 και 1937, και είχε ενταφιαστεί μαζί με το “δεξί του χέρι” Φρανθίσκο Μποχόρκεθ Βεθίνα, οπότε και η εκταφή έγινε από κοινού, στην βασιλική Μακαρένα στην Σεβίλη. Η διπλή αυτή εκταφή ακολουθεί τον νόμο που ισχύει από τον Οκτώβριο αυτής της χρονιάς και αφορά την εξέταση των στοιχείων που αφορούν την δικτατορία του Φράνκο (1939-1975), αλλά και των ετών που προηγήθηκαν, όπου η χώρα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο.
Η πρώτη εκταφή που έγινε ήταν του ίδιου του δικτάτορα Φράνκο. Όπως δήλωσε ο υπουργός Παιδείας Μπολάνιος, «δεν μπορούμε να έχουμε τοποθεσίες που χρησιμοποιούνται για την απόδοση τιμών σε γενοκτόνους δολοφόνους».
Παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν ακόμη οπαδοί αυτής της εποχής, οι οποίοι κραύγασαν “ζήτω ο Κέϊπο”, όταν γινόταν η απομάκρυνση των οστών, ταυτόχρονα με την παρουσία ακτιβιστών που ζητούσαν δικαιοσύνη για τα θύματα της δικτατορίας. Ο διχασμός από την κατάσταση που δημιούργησε αυτή η εποχή, συνεχίζεται ακόμα.
Συγκεκριμένα για την εκτέλεση του μεγάλου ποιητή, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, δεν υπάρχουν στοιχεία (όπως μάλιστα είχε προβλέψει και ο ίδιος ο ποιητής ότι θα συμβεί). Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας της βιογραφίας του Κέϊπο, Ίαν Γκίμπσον, αναφέρει έναν τηλεφωνητή ο οποίιος του είπε ότι ο ίδιος ο στρατηγός διέταξε να δώσει το εκτελεστικό απόσπασμα στον Λόρκα «καφέ, πολύ καφέ» – το σύνθημα για την εκτέλεση.
Με βάση τον νέο νόμο που τέθηκε σε ισχύ τον Οκτώβριο, επιτρέπεται να γίνει εκταφή των θυμάτων της δικτατορίας που ενταφιάστηκαν σε ομαδικούς τάφους, ώστε να μεταφερθούν τα οστά τους. Η Πάκι Μακέδα, πρόεδρος της Οργάνωσης “Η Μνήμη Μας”, δήλωσε: «Εκπληρώνουμε ένα ιστορικό χρέος απέναντι στα θύματα του φρανκισμού. Μπαίνει έτσι τέλος στην ατιμωρησία».
















































