Ο όρος «άλωση» (ή άλωσις) με ενεργητική ή παθητική σημασία, που προέρχεται εκ του αρχαίου ελληνικού ρήματος αλίσκομαι = καταστρέφομαι, σημαίνει, ειδικά, την πτώση πόλης στα χέρια του εχθρού, την κυρίευση, την εκπόρθησή της άλωση η [áLosi] Ο33 : 1α.βίαιη κατάληψη...
























