Πουλί νιογέννητο σε μια φωλίτσα στης κοτσυφίναςτην αγκαλίτσα ζούσε ζεστά, μα ξάφνου γλίστρησε, πέφτει στο χώμα, πίπιζε, Θεέ μου, σε κρύο στρώμα τρεμουλιαστά! Διώξε, Χριστούλη μου, σ’ άγνωστη στράτα του γείτονά μας τη μαύρη γάτα να μην το δει κι εγώ το ψεύτικο...
























