Το θέατρο ως υψηλή τέχνη, έχει μια λυτρωτική δύναμη, είναι η ίδια η κατάφαση προς τη ζωή όπου απαιτείται μια μυστική, σχεδόν τελετουργική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κοινό, και τον δημιουργό. Το κοινό αντλεί μέσα από αυτή την εμπειρία, βαθιά ευχαρίστηση, ενώ ο δημιουργός, μέσα από το κείμενό του, επιδιώκει να ψυχαγωγήσει, να συγκινήσει, να κρατήσει τον θεατή σε αγωνία. Η τελευταία αυτή επιδίωξη γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν το έργο πραγματεύεται έναν μύθο ήδη παγιωμένο στη συλλογική μνήμη.
Ανάμεσα σε αυτούς τους μύθους, θα βρούμε και τη μνημειώδη ιστορία της Κασσάνδρας στο αρχαίο ελληνικό έπος, το ρωμαϊκό, τις τραγωδίες αφού είναι συνυφασμένη με τις περισσότερες αφηγήσεις του Τρωικού πολέμου. Από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου, την Αινειάδα του Βιργιλίου, τις Τρωάδες και την Εκάβη του Ευριπίδη, τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, την Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα, έως τον Κουίντο Σμυρναίο, τη Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου, τον Παυσανία και τους Λυρικούς Ποιητές.
Η Κασσάνδρα, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης, έχει προικισθεί από τον Απόλλωνα με το χάρισμα της μαντικής ως μέρος της προσπάθειάς του να κερδίσει την αγάπη της. Όταν όμως εκείνη τον απορρίπτει, την καταριέται, ώστε να μην πιστεύει κανείς τις προφητείες της. Η ηρωίδα προειδοποιεί την οικογένειά της για τα δεινά που έρχονται, όμως η φωνή της ποτέ δεν ακούγεται.
Στόχος της παρούσας τραγωδίας, δεν είναι η αναδιήγηση ενός τόσου ανθεκτικού μύθου μέσα στους αιώνες, αλλά η απόπειρα να προσδοθεί μια άλλη διάσταση, η διείσδυση στη ψυχική οδύνη, φωτίζοντας έναν ψυχισμό που υπερβαίνει τα όρια της ηρωίδας και μετατρέπεται σε σύνθετο σύμβολο ενός ολόκληρου κοινωνικού οικοδομήματος.
Το έργο ξεκινά με τον πρόλογο: στην σκηνή εμφανίζεται η νεκρή Κασσάνδρα, ντυμένη στα λευκά και αιματοβαμμένη. Τη ζωή της την έχει στερήσει η Κλυταιμνήστρα, σύζυγος του Αγαμέμνονα, ο οποίος την παίρνει ως λάφυρο μετά την άλωση της Τροίας, όχι με κλήρο αλλά ως δώρο στον εαυτό του. Η νεκρή Κασσάνδρα δε λειτουργεί ως τιμωρός, αλλά ως υπενθύμιση ενός αναπόφευκτου, σχεδόν προκαθορισμένου τέλους. Υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο επισημαίνοντας πως ζωή δεν είναι γραμμική αλλά αέναος κύκλος, μια αιώνια επανάληψη που κυοφορεί δυνατότητες και περιορισμούς, της οποίας όλοι αποτελούμε, αναπόσπαστο κομμάτι.
Με ένα αίσθημα ανιδιοτελούς συμπόνιας, η ζωντανή Κασσάνδρα, συγκρούεται με τον πολυαγαπημένο της αδερφό, προτρέποντάς τον να επιστρέψει την Ελένη –πηγή όλων των κακών– ή ακόμη και να διαφύγει με τον Αστυάνακτα και την Ανδρομάχη. Ο Έκτορας αρνείται σθεναρά, μένοντας πιστός σε έναν κώδικά τιμής που υπαγορεύει να θυσιαστεί προασπίζοντας τα συμφέροντα της πατρίδας του.
Η Κασσάνδρα και η Ελένη αντικρίζονται μέσα σε βαρύ κλίμα, καθώς η μάντισσα κατηγορεί την ξένη για την καταστροφή της Τροίας. Η Ελένη υπερασπίζεται τον εαυτό της, αποκαλύπτοντας τη δική της αλήθεια. Ο Χορός, θρηνεί συνοδεύοντας με οδύνη τη σύγκρουση των δύο γυναικών.
Η Κασσάνδρα, θρηνεί τον θάνατό του Έκτορα και, σε κατάσταση έκστασης, βλέπει την πτώση της Τροίας και τον βιασμό της από τον Αίαντα τον Λοκρό μέσα στον ναό της Αθηνάς. Ο Χορός παραπλανάται από το φαίνεσθαι κι έπειτα αποστασιοποιείται.
Όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της πτώσης της πόλης αλλά επιμένει πως ο Δούρειος Ίππος θα σημάνει το τέλος του πολέμου και όχι τον αφανισμό τους. Η προειδοποίησή της, για μια ακόμη φορά, αγνοείται, και το τέλος σφραγίζεται.
Τώρα πλέον, δεν της απομένει παρά να υποκύψει, κάνοντας το μοιραίο. Παίρνει τη γενναία απόφαση να μπει στον ναό της Αθηνάς, όπου κατά την άλωση, ο Αίαντας εισβάλλει κι έτσι τελείται η ιεροσυλία. Η ίδια περιγράφει τη βίαιη αυτή πράξη ως «ψυχικό θάνατο». Αποκαρδιωμένη, επιτίθεται σε καθετί καθιερωμένο, δημιουργεί ρωγμές στο status quo, αμφισβητεί και αποδομεί τους θεούς κατηγορώντας τους πως νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους και στρέφουν το βλέμμα τους αλλού καθ’ όπως τους συμφέρει.
Στην έξοδο, ειδοποιεί τον Χορό πως έρχεται ο Αγαμέμνονας να την πάρει ως παλλακίδα του. Σχεδόν τον λυπάται γιατί όσο εκείνος φαντάζεται πως επιστρέφει θριαμβευτής, είναι ήδη χαμένος. Τα πάντα έχουν πολλές και διαφορετικές εκδοχές, δε χωράει αμφιβολία. Τι αξία έχουν τα λάφυρα και οι θησαυροί που θα φέρει μαζί του στην πατρίδα, όταν έχει χάσει ό,τι είναι πραγματικά πολύτιμο; Αντάλλαξε όσα είχαν αληθινή σημασία, θυσίασε την Ιφιγένεια και έχασε την αγάπη της Κλυταιμνήστρας. Ο θόρυβος του πολέμου τον εμπόδισε να ακούσει, να αφουγκραστεί τον θρήνο τους.
Η ηρωίδα έχει αποκτήσει πλέον μια διαφορετική, πιο διευρυμένη συνείδηση, και σε αυτό ακριβώς το σημείο η ζωντανή πλησιάζει τη μεταθανάτια, ενδυναμωμένη εκδοχή του εαυτού της.
Η Κασσάνδρα είναι μια σύνθετη προσωπικότητα γεμάτη αντιθέσεις, η προσωποποίηση ενός αμαλγάματος αποδέσμευσης και σκλαβιάς. Σκέφτεται σαν ελεύθερος άνθρωπος, δεν υπακούει παρά στον ίδιο τον εαυτό της κι ωστόσο αυτοκαταργείται αφού νιώθει πως τη δένουν αλυσίδες. Επιμένει να υπηρετεί τα ιδανικά της ως ανώτερο είδος ανθρώπου. Αναπόφευκτα βιώνει την αμφισβήτηση, τον πόνο της γνώσης του επικείμενου θανάτου των αγαπημένων της, όσο παραμένει ανίκανη να αποτρέψει το οτιδήποτε. Αβοήθητη, παρακολουθεί τις εξελίξεις, εγκλωβισμένη σε ένα φαύλο κύκλο γνώσης, αδυναμίας και απομόνωσης. Φθάνει στα όρια της δυστυχίας με τη μοναξιά της να είναι απέραντη. «Πώς να γίνω κάτι λιγότερο;», αναρωτιέται.
Επιστρέφοντάς στην εποχή μας, θα αναγνωρίσουμε πως πολλά από τα δεινά μας πηγάζουν από το γεγονός ότι κοιτάζουμε το μέλλον μας ελλειπτικά κι, ενώ γνωρίζουμε πως δεν είμαστε αθάνατοι, συμπεριφερόμαστε έτσι. Τα θέλγητρα της εξάρτησης του οικείου είναι πολλά με πρώτο απ’ όλα την ψευδή αίσθηση της ασφάλειας που προσφέρει το φαινομενικά ακίνδυνο. Αρκετές από τις αξιολογικές μας κρίσεις διαμορφώνονται σαν αποτέλεσμα της απροθυμίας μας να εντοπίσουμε το οδυνηρά προφανές και την ασκήμια ενός ανάποδου κόσμου.
Τελικά, είμαστε θύματα των περιστάσεων, ή ενώ διαθέτουμε τη δεξιότητα της αντιληπτικής ακρίβειας επιλέγουμε να ερμηνεύουμε τον κόσμο με τρόπο βολικό, εθελοτυφλώντας και αρνούμενοι να επεξεργαστούμε, να αξιοποιήσουμε τα δεδομένα που μπορούν να αποβούν σωτήρια;
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως η Κασσάνδρα δεν είναι απλώς ένας μύθος αλλά μια διαχρονική αλληγορία και η ενσάρκωση του πεπρωμένου όποιου ανθρώπου έχει το σθένος να επισημάνει αυτό που οι υπόλοιποι δεν έχουν την ευελιξία να δεχτούν. Με δύο ερωτήματα, η ηρωίδα συνοψίζει: «Του κόσμου τις Κασσάνδρες ποιος θα πιστέψει;» «Τις Τροίες ποιος θα σώσει;». Αμφότερες αντηχούν ως μια φρικιαστική επιβεβαίωση της αναποτελεσματικότητας μας να δεχθούμε την αδίστακτη φύση της αλήθειας και να πορευτούμε με αυτή. Το αίσθημα της παντοδυναμίας, η αδιαλλαξία ή ακόμη και τα χιμαιρικά όνειρα που κυνηγούμε θα παραμένουν πάντα η σκιά της ανθρωπότητας.
Λευκοθέα Μαρία Γκολγκάκη






















