ΒΓΗΚΑΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΠΟΒΡΑΔΙΣ ΠΡΙΝ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ
Η πείνα. Ξέσκισαν τα σωθικά της νύχτας κι άρπαξαν μαύρα πέπλα, την κεφαλή τους έσφιξαν και άρχισαν την πορεία. Πατάν στην άβυσσο της γης, ένα μολυβένιο σύννεφο τις κεραυνοβολεί και η λύκαινα του πολέμου ουρλιάζει πίσω τους, κατάρα που γκρεμίζει κόσμους. Έχουν ένα μάτι Αυγερινό που βλέπει όλο τον κόσμο.
Έχουν ένα μάτι Αυγερινό που το γυρίζουν πάνω σου σαν προβολέα αγάπης. Τι φως βάλσαμο είναι αυτό που θεραπεύει τις καρδιές, τους πόνους μαλακώνει; Έχουν δυο μάτια πέλαγος τρικυμισμένο στέρνο. Ταύρος βοριάς με άγρια κέρατα χτυπάει πίσω από τις πόρτες.
Αμπαρωμένες πόρτες, αμπαρωμένος ουρανός, χαλυβδωμένος. Μέρες πολέμου, γιορτή του χάρου. Μέρες ματωμένα σύννεφα στάζουν και στάζουν αίμα. Με όλα τα σύνεργα έτοιμα παραμονεύει ο χάρος, να βρει τις πόρτες ανοιχτές για να σκιάζει τη ματιά τους μαύρο πουλί της λύπης. Κρατούν μπαρούτι στην ποδιά, βασιλικό στη τσέπη, χιόνι πατούν και πίσω τους τριαντάφυλλα ανθίζουν και παίρνουν τον ανήφορο στους ώμους να κρατήσουνε το θόλο τ’ ουρανού μας. Μοιράζουν την καρδιά στα δυο, στα τρία τη μοιράζουν. Μοιράζουν την αγάπη τους πρόσφορο Θείας Ευχαριστίας.
Αχ, μάνα Ηπειρώτισσα, μάνα λεβεντογέννα με την αγάπη κράτησες το μίσχο της ζωής, τον κόσμο όλο κράτησες. Μοίρασες την αγάπη σου, λίγη στο φτωχοκάλυβο για να μην στάξει η στέγη, την άλλη την ε σκόρπισες στους πέντε ανέμους, για τα παιδιά σου φυλαχτό, εκεί μακριά στα ξένα.
Ό, τι έμεινε από τα ψίχουλα ταΐζεις γαλανά πουλιά που υφαίνουν το στεφάνι της πατρίδας και πλέκουν τα μελλούμενα κελάηδημα ελπίδας.
photo Karabo_Spain, https://pixabay.com















































