Έκατσε ο Ήλιος και σιγά τ’ αστέρια τρεμοσβήνουν
στην άλλην άκρην τ’ ουρανού ψηλά απ’ το φεγγάρι,
η νύχτα απλώνεται αργά και τα παντζούρια κλείνουν
στο τζάκι ανάψαμε η φωτιά κι ο ύπνος θα μας πάρει.
Χειμώνιασε για τα καλά με χιόνια του Δεκέμβρη
κι ο κριθαρένιος ο καφές ψηνόταν στη φουφού,
στον τσώκο ο τυφλός παπούς φηλαφητά να έβρει
ψάχνει κυτώντας στο κενό την κάπα του κουφού.
Έμαθε να πηγαίνει εκεί που θέλει δίχως μάτια
να περπατά στα σκοτεινά με ένα μικρό μπαστούνι,
βοήθεια να μην ζητά ποτέ ούτε στα σκαλοπάτια
ενώ η γιαγιά συνέχιζε να πλέκει το τζιπούνι.
Το φώς του τό Έχασε αργά σε μέση ηλικία
ο πόλεμος τον γύρησε άρρωστο και σακάτη,
μέ ένα σπαθί που τού ‘μεινε απ’ του Τούρκου την μανία
και τις ουλές στο σώμα του, οι πιό πολλές στην πλάτη…..
Καθότανε ακίνητος στον τσώκο με τις ώρες
με ένα γιαλί καθάριζε ένα μάτσο καλαμιές,
θυμότανε τον πόλεμο στις άγριες ξένες χώρες
και τα καρτέρια τα πολλά στις ακροποταμιές …
Μου ‘λεγε ιστορίες πολλές απο τα μέρη εκείνα
που ο πόλεμος εφούντωσε για δυό κομμάτια γής,
που τα ντουφέκια γιόμιζαν κρυμένοι μεσ’ τα σκίνα
και σημαδεύαν τον εχθρό μπρούμητα καταγής.
Πολλές μου έλεγε ο Παπούς αλλόκοτες ιστορίες
από τα μέρη τα γνωστά που ήταν όλα δικά μας,
αιώνες και το λέγανε χιλιάδες μαρτυρίες
και ειναι θαμένα εκει παντού πολλά απ’ τα παιδιά μας.
Με το σπαθί του επέστρεψε σακάτης στο νησί
να γειάνει τις πολλές πληγές που είχε το κορμί
και ίσως για λίγο ξεχαστεί και πάψει να μισεί
αυτούς που τον κυνήγησαν μέ άδικη αφορμή.
Περάσαν χρόνια, κρύφτηκε μεσ’ το βαθύ σκοτάδι
χωρίς τα μάτια που έχασε να βλέπει άλλο φως,
να περπατεί στα σώχωρα απ’ το πρωΐ ως το βράδυ
πολύ τυφλός και ενίοτε καμιά φορά κουφός.
Με ένα καλάμι πάντοτε στο χέρι να κρατάει
να πέφτει να σηκώνεται και να χαμογελά,
και να πηγαίνει αργά αργά όπου θέλει πάει
και ούτε το σκοτάδι του ποτέ μην τον χαλά.
Τραγούδια μου τραγούδαγε απ΄την Μικρά Ασία
αλλά και κάποια διάφορα απ΄την Αμερική,
τα πρώτα από τον πόλεμο και την απελπισία
τα άλλα απ’ τον πατέρα του που γύρισε από εκεί.
Δώδεκα ώρες έστεκε δίπλα μου στο κρεβάτι
τις μέρες που αρρώσταινα και είχα πυρετό,
μίλαγε και τραγούδαγε χωρίς να κλείσει μάτι
με παραμύθια όμορφα απ΄τον παλιό καιρό.
Εγώ τώρα εγέρασα τα χρόνια έχουν περάσει
ποτέ μου όμως δεν ξεχνώ τον όμορφο παππού,
θα μείνει έτσι στην καρδιά όσο αν αυτή γεράσει
να μου θυμίζει τον καλόν τον δαίμονα εαυτού.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΕΧΗΣ ΚΑΝΑΤΑΣ
Ο ΕΓΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΚΑΤΕΧΗ ΚΑΝΑΤΑ
ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ / 31/ 2025
ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
photo NoName_13, https://pixabay.com
















































