Βασισμένο σε αληθινά γενονότα – μια ιστορία σε συνέχειες
Στο προηγούμενο: Η μετακόμιση στο Μενίδι, μακριά από την οικογένεια της στην Αθήνα, ρίχνει σε μελαγχολία τη Σεβαστή. Η μελαγχολία επιδεινώνεται μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού.
Ρωτάς τον άρρωστο αν θέλει γιατρειά;
Την πρωτη ημερα που η μητέρα μου έφυγε από το σπίτι μας στο Μενίδι, είχα αυτήν τη μεγάλη περιπέτεια με το κλάμα του μωρού, χωρίς να ξέρω τι είχε και τι να κάνω. Ευτυχώς, μια καλή γυναίκα εμφανίστηκε, χτύπησε την πόρτα μου και με βοήθησε. Όταν ο Τηλέμαχος επέστρεψε από τη δουλειά, τη βρήκε εκεί και έμαθε για την ημέρα μας. Πέρασε η νύχτα, κοιμηθήκαμε και την επόμενη μέρα μου είπε: «Ετοίμασε τα πράγματά σου, πάμε στη μητέρα σου» και μείναμε με τη μητέρα μου μέχρι το μωρό να γίνει οκτώ μηνών. Ήρθε το καλοκαίρι και έπρεπε να τη βαφτίσουμε, οπότε γυρίσαμε πάνω στο Μενίδι. Πέρασαν άλλοι τέσσερις μήνες και γιορτάσαμε τα πρώτα της γενέθλια εκεί. Αλλά φαίνεται ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή εκείνος είχε πάρει τις αποφάσεις του.
Ο άντρας μου δεν άνοιγε τα χαρτιά του, δεν έλεγε τίποτα και πάντα με έφερνε αντιμέτωπη με προτετελεσμένα γεγονότα. Αλλά φαίνεται ότι υπέφερε κι αυτός. Τους μήνες που πέρασα έγκυος στην Αθήνα και μετά, όταν γεννήθηκε το παιδί, έπρεπε να ανεβαίνει και να κατεβαίνει συνέχεια για εμένα, το μωρό και το σπίτι. Κάποια στιγμή, συνέλαβε την ιδέα ότι χρειαζόμαστε να μετακομίσουμε σε ένα νέο σπίτι, στην πόλη. Γιατί όταν ήμασταν μόνο οι δύο μας, δε με πείραζε να μην έχουμε ηλεκτρισμό ή νερό. Βολευόταν η κατάσταση, είτε είχαμε μια λάμπα πετρελαίου είτε πήγαινα για νερό κάπου με κάποιο κανατάκι. Όσο για τα ρούχα, αυτά τα έπαιρνε η μητέρα μου, τα έπλενε, τα σιδέρωνε και μου τα επέστρεφε. Αλλά τώρα, με ένα παιδί, ο ηλεκτρισμός και το νερό είχαν γίνει επιτακτική ανάγκη και με τα ρούχα δεν ήταν καθόλου εύκολο.
Όταν γιορτάσαμε τα πρώτα γενέθλια του μωρού, είχε ήδη πάρει ένα σπίτι, μόνος του, ακριβώς δίπλα στο σπίτι της μητέρας μου, στον Άγιο Παντελεήμονα Ιλισσού, στη Σκάλα. Δε μου είχε πει τίποτα. Αφού τελείωσε η γιορτή των γενεθλίων, μου είπε: «Θες να πάμε στην Αθήνα;»
«Τι να κάνουμε εκεί;» του λέω. «Να περπατήσουμε;»
«Όχι, να μείνουμε!» μου λέει.
«Ξέρεις» του είπα «τι είδους ερώτηση μου κάνεις; Θες, τυφλέ, να δεις το φως σου; Τι με ρωτάς; Αφού είδες και μόνος σου, πόσο δύσκολη είναι η ζωή εδώ πέρα!»
«Και πού θέλεις να μείνουμε;» με ρώτησε πάλι…
«Τι θέλεις να σου απαντήσω;» του λέω. «Πρέπει να είμαστε κοντά στη μητέρα μου για να έχουμε βοήθεια».
«Ετοιμάσου» μου λέει «γιατί εκεί θα μείνουμε».
«Πού;»
«Στον Άγιο Παντελεήμονα, στα Σκαλάκια» μου λέει.
Αλλά αυτή ήταν η γειτονιά μου! Δε χρειαζόταν καμία περαιτέρω περιγραφή, ήξερα ακριβώς ποιο σπίτι ήταν. «Και γιατί δε μου είπες τίποτα;» τον ρώτησα.
Μου είπε: «Ε, έπρεπε να ετοιμάσω πράγματα, να κάνω πολλές δουλειές για να συμβεί αυτό. Να σ’ το κάνω έκπληξη! Τώρα απλά πρέπει να βρούμε μια μέρα για να μεταφέρουμε τα πράγματά μας».
Και μια μέρα, μια Κυριακή, κλείσαμε το σπίτι στο Μενίδι και φέραμε τα πάντα, αφού δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα, στον Νέο Κόσμο. Αφήσαμε το σπίτι στο Μενίδι πίσω για να το έχουμε ως θερινό εξοχικό, να πηγαίνουμε με φίλους το καλοκαίρι. Κι έτσι κάναμε μέχρι να το πουλήσουμε, αφού τα παιδιά μεγάλωσαν λίγο.
Τα τρία μου παιδιά είχαν διαφορά δύο ετών μεταξύ τους. Μείναμε τέσσερα χρόνια σε εκείνο το σπίτι στον Νέο Κόσμο και εκεί γεννήθηκε ο πρώτος μου γιος. Αλλά όταν ήμουν έγκυος με τον δεύτερο γιο, συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το σπίτι ήταν μικρό, δε μας χωρούσε όλους. Είχε έναν διάδρομο και δύο δωμάτια, αυτά ήταν. Δεν είχα σαλόνι εκεί, μόνο υπνοδωμάτια σε εκείνο το σπίτι. Αλλά είχα συνηθίσει, μου άρεσε που ήμουν κοντά στην οικογένειά μου. Μου άρεσε που η εκκλησία μου, ο Άγιος Παντελεήμονας, ήταν απέναντι από το σπίτι και τίποτα δεν έκρυβε τη θέα της από το παράθυρο. Μπορούσα να βγω έξω και να βρίσκομαι αμέσως στην πλατεία της εκκλησίας. Κάθε βράδυ, η γιαγιά Μαρία ερχόταν και έπαιρνε τα παιδιά για να παίξουν έξω από το προαύλιο της εκκλησίας.
Έτσι, όταν ο άντρας μου είπε ότι θα μετακομίσουμε ξανά σε μεγαλύτερο σπίτι, είχα αντιρρήσεις. Δεν ήθελα να πάω πουθενά αλλού γιατί ζούσα άνετη ζωή. Του είπα: «Πού θα πάμε;» και μου είπε: «Αν μείνεις εδώ, θα είσαι στριμωγμένη όλη σου τη ζωή, χωρίς χώρο. Σε τόσο μικρό χώρο, δεν μπορούμε να φέρουμε έπιπλα.» Και του είπα: «Τι κι αν δεν έχουμε έπιπλα, δε γιορτάζουμε πάντα τη γιορτή σου; Δε γιορτάζουμε πάντα; Δε θέλω να φύγω από εδώ».
Αλλά μια Δευτέρα, πήγα για ψώνια στη λαϊκή αγορά που γινόταν κάθε Δευτέρα ακριβώς μπροστά από το σπίτι μου. Εκεί συνάντησα τον νεωκόρο του Αγίου Παντελεήμονος, που τον έλεγαν κύριο Παντελή, σαν τον Άγιο. Του είπα: «Γεια σας, πώς είστε;» Χαμογελούσα και είχα τη μεγάλη μου κόρη από το χέρι γιατί την έπαιρνα πάντα μαζί μου. Με το μικρότερο παιδί μου, το αγοράκι, έμενε η μητέρα μου στο σπίτι. Εγώ είχα την κοιλιά μου στρογγυλεμένη επειδή περίμενα κι άλλο μωρό.
Πήγαινα στην εκκλησία τότε, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω τακτικά επειδή δεν υπήρχαν τότε πάνες. Όταν πήγαινα, η κόρη μου θα κατουριόταν και θα έβρεχε το πάτωμα και εγώ ένιωθα ντροπή. Συνήθιζα να βάζω στα παιδιά μικρά πανάκια, αλλά δεν κράταγαν για πολύ ώρα. Φυσικά, είχαν βγει αυτά τα νάιλον βρακάκια για να φορούν τα παιδιά πάνω από τα πανάκια, αλλά ήταν άβολα για τα κακόμοιρα τα παιδάκια. Δεν τους άρεσαν, συγκαιγόντουσαν. Τελικά φαντάσου, επειδή τον γιο μου δεν μπορούσα να πια να τον προλαβαίνω και κατέληξα να τον αφήνω γυμνό μέσα στο σπίτι, ακόμα κι αν ήταν χειμώνας. Έλεγα: «Θα τα κάνει και μετά θα τα καθαρίσω».
Έτσι, εκείνη τη μέρα, βλέπω τον κύριο Παντελή και του λέω: «Πώς είστε;» Μου λέει: «Ψάχνω να βρω ν’ αγοράσω σπίτι». Και αποφάσισα να τον πειράξω και αστειευόμενη λέω: «Πουλάω το δικό μου!» Το σπίτι μας είχε χτιστεί στην ιδιοκτησία του πατέρα του, σ’ αυτό το οικόπεδο γεννήθηκε. Εκείνος, ο νεωκόρος της εκκλησίας απέναντι από το σπίτι μας, περπατούσε γύρω από το σπίτι μας ψάχνοντας για να αγοράσει κάτι. Αλλά δεν το γνώριζα αυτό, οπότε εγώ το είπα αστειευόμενη.
Το πήρε στα σοβαρά. «Με κοροϊδεύετε;» μου είπε. «Καθόλου» είπα. Μου είπε: «Εγώ το θέλω να το αγοράσω να μπω πάλι στη γη του πατέρα μου, εκεί που γεννήθηκα, να ξαναμπώ στο σπίτι μου.» Λέω από μέσα μου: «Για στάσου τώρα, αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία επειδή όσα χρήματα κι αν του πω θα το πάρει». Οπότε του είπα: «Σοβαρά σου μιλάω. Το πουλάμε για εκατόν πενήντα χιλιάδες δραχμές». Ήξερα τις τιμές και πόσο κάνανε τα σπίτια και ότι για το επίπεδο ζωής μας, αυτά ήταν πολλά χρήματα.
«Τόσα πολλά!» είπε. «Ναι» του είπα «γιατί το σπίτι είναι έτοιμο και ο καθένας μπορεί απλά να μπει μέσα». Και αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά του είπα να έρθει το μεσημέρι να μιλήσει με τον άντρα μου γι’ αυτό. «Θα έρθω» είπε «σίγουρα θα έρθω γιατί ενδιαφέρομαι πολύ». Και ήρθε, αλλά ο Τηλέμαχος είχε ήδη έρθει νωρίτερα γιατί είχα αφήσει κάποιο περιθώριο. Ο κύριος Παντελής με ρώτησε: «Πότε να έρθω;» και ήξερα ότι ο άντρας μου επέστρεφε γύρω στις 2:00 μ.μ., οπότε του είπα να έρθει στις 3:00 μ.μ.
Όταν έφτασε ο άντρας μου, του είπα: «Να σου πω τα νέα; Πούλησα το σπίτι!»
«Καλά, δεν υποφέρεσαι» μου είπε. «Σώπα» μου κάνει «μα τι λες; Δεν ήθελες να φύγεις από το σπίτι και τώρα μου λες ότι το πούλησες;»
«Πήγα και πούλησα το σπίτι και το πούλησα σε καλή τιμή» του είπα. «Μη μιλάς καθόλου» του είπα.
«Πόσο το πούλησες;»
«Εκατόν πενήντα χιλιάδες.»
«Ε, δεν υποφέρεσαι!»
Και του είπα: «Ετοιμάσου γιατί ο κύριος Παντελής έρχεται τώρα να το συζητήσουμε και μην ρίξεις την τιμή ούτε ένα χιλιάρικο. Αν τη ρίξεις την τιμή, δε θα το πουλήσουμε. Κράτα αυτό που είπα».
Ήρθε ο κύριος Παντελής και του λέει: «Έτσι κι έτσι μου είπε η γυναίκα σου… Είναι αλήθεια;» Και ο άντρας μου του είπε: «Ναι, το πουλάμε». «Αλλά για 150.000 δραχμές…» είπε αυτός με παράπονο στη φωνή του. «Τόσο το πουλάω. Αν θες να το πάρεις, πάρ’το, ειδάλλως δεν το πουλάω!» Δεν του είπαμε ότι θέλαμε να μετακινηθούμε για χάρη των παιδιών. Ο κύριος Παντελής δεν ανησυχούσε πάντως για τον χώρο, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε τρία μεγάλα πλέον παιδιά και θα χωρούσαν στο σπίτι μας. Είχε τόσο καημό να το πάρει το σπίτι που το δέχτηκε, παρόλο που ο Τηλέμαχος δεν υποχωρούσε στην τιμή. Μέχρι που ετοίμασαν ένα προσύμφωνο και του παρείχε και μια προκαταβολή.
Αυτός βιαζόταν να μπει το σπίτι μας, αφού νοίκιαζε και ήθελε ένα δικό του σπίτι. Η μόνη προϋπόθεση που έθεσε ο άντρας μου ήταν να μας επιτραπεί μια προθεσμία δύο μηνών για να βρούμε ένα άλλο σπίτι και να μετακομίσουμε. Ήταν για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Στη συνέχεια πήγαν σε έναν συμβολαιογράφο, διαμόρφωσαν το συμβόλαιο και ο κύριος Παντελής παρέδωσε όλα τα χρήματα. Έτσι, αρχίσαμε την αναζήτηση ενός σπιτιού. Στο τέλος, πάντως, δεν είχαμε κέρδος. Καταλήξαμε να πληρώνουμε περισσότερα για να μετακομίσουμε σε αυτό το σπίτι, για τον ένα ή τον άλλο λόγο δίναμε συνεχώς χρήματα.
Το μόνο που βρήκαμε εκείνη την εποχή ήταν ένα σπίτι στο Κουκάκι για εκατόν ογδόντα χιλιάδες, χωρίς να είναι τελειωμένο, είχε πολλές ελλείψεις. Ήταν απλά διαμορφωμένο σε δωμάτια, ήταν σοβατισμένο, αλλά δεν είχε εσωτερικά κουφώματα, είχε μόνο εξωτερικά. Οπότε τουλάχιστον ήταν κλειδωμένο και είχε μια πόρτα. Και ο πωλητής ούτε έπεφτε κάτω από τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες, ούτε ήθελε να κάνει εργασίες.
Ο Τηλέμαχος το σκέφτηκε επειδή είδε πόσο μου άρεσε το φως που έμπαινε από όλα τα παράθυρα όταν το είδαμε, πόσο μου άρεσε η θέα στο Φάληρο και την Ακροπόλη, τελικά το δέχτηκε. Για να το δεχτεί, πήρε δάνειο από την τράπεζα. Γι’ αυτό μέχρι το τέλος της ζωής του δεν ήθελε να ακούει για τράπεζες. Επειδή η τράπεζα είναι ο μεγαλύτερος τοκογλύφος και ο επίσημος κλέφτης. Τότε πήρε ένα δάνειο εξήντα χιλιάδες νομίζω και δεν ξέρω κι εγώ πόσο κατέληξε να είναι όταν το αποπλήρωσε, επειδή υπάρχουν τόκοι πάνω σε τόκους και τα χρήματα συνεχίζουν να αυξάνονται. Μην αναφέρω ότι η τράπεζα βάζει υποθήκη το σπίτι σου, που σημαίνει ότι αν δεν μπορείς να πληρώσεις το παίρνουν.
Κάναμε πολλή δουλειά επειδή ήμασταν υπό πίεση από τον αγοραστή μας να μετακομίσουμε σε λιγότερο από δύο μήνες. «Κύριε Παντελή» του είπα «δεν καταλαβαίνεις ότι έχω τρία μωρά παιδιά, δύο από αυτά βρέφη, ένα ακόμα στην κοιλιά -και βρήκαμε ένα σπίτι, αλλά το βρήκαμε ημιτελές. Δώσε μας λίγο περισσότερο χρόνο να το φτιάξουμε ώστε να μπορέσουμε να μετακομίσουμε. Μη μου βάζεις και εσύ το μαχαίρι στον λαιμό. Εσύ έχεις ένα σπίτι, καλώς ή κακώς, δε θα μείνεις στον δρόμο. Κάνε μας τη χάρη, εγώ δε θέλω να βρεθώ στο δρόμο, θέλω να έχω ένα μέρος για να μένω.» Αυτός ήταν καλός άνθρωπος, μας έδωσε έναν μήνα ακόμα, αλλά ούτε μια μέρα παραπάνω.
Γυρίζοντας στον άντρα μου του είπα: «Αν δε βάλεις πρώτα απ’ όλα πάτωμα στο σπίτι, δε θα μπω μέσα, δε με νοιάζει αν είναι ξύλο ή μωσαϊκό». Σε όλα τα σπίτια που είχα ζήσει είχαν πατώματα από μπετόν. Και είχα δει ότι είναι πολύ δύσκολο όταν έχεις οικογένεια να κάνεις δουλειές σχετικές με το πάτωμα, ενώ μπορείς να κάνεις άλλα πράγματα βέβαια.
Κι έτσι συνέβη. Ο Τηλέμαχος βιάστηκε και βρήκε το μωσαϊκό και το έβαλε. Είναι ένα εξαιρετικό μωσαϊκό επειδή γνώριζε έναν μάστορα από το Μενίδι που ήταν γνωστός στην πιάτσα, τον έλεγαν «ο βασιλιάς των μωσαϊκών». Ήρθε ο μάστορας και με ρώτησε αν ήθελα ένα δωμάτιο με πραγματικό ξύλινο πάτωμα. Του είπα: «Όχι, όχι, έχω μωρά παιδιά και κατουράνε και το ξύλο δεν καθαρίζεται εύκολα. Για να μην αναφέρουμε ότι φθείρεται, απορροφά όλη την υγρασία. Βάλε όλο μωσαϊκό για να το σφουγγαρίζω».
Όσον αφορά στα σχέδια, επέλεξε ό,τι ήθελε, δε με ρώτησε καν, αλλά τον εμπιστευόμουν επειδή είχε κάνει εξαιρετική δουλειά στο Μενίδι. Τα έκανε όλα αυτά μόνος του, χωρίς άλλους εργάτες και πολύ γρήγορα. Όταν ο ιδιοκτήτης που έμενε στον πρώτο όροφο είδε πόσο ωραία ήταν, ζήλεψε, τον κάλεσε και έκανε και το δικό του σπίτι επίσης. Έκανε και το υπόγειο και τον επάνω όροφο. Ολόκληρο το κτίριο έχει πλέον μωσαϊκό. Έκανε ακόμα και τις σκάλες, τους κοινόχρηστους χώρους και την αυλή, μέχρι και το πεζοδρόμιο. Ήμασταν το μόνο σπίτι με μωσαϊκό στο πεζοδρόμιο.
Αλλά μετά, μια έκανε τρύπες στο πεζοδρόμιο η εταιρεία ηλεκτρισμού, μια έκανε τρύπες η εταιρεία ύδρευσης, μια η εταιρεία τηλεφωνίας -και το κατέστρεψαν. Λίγο μετά που μετακομίσαμε στο Κουκάκι, τον Νοέμβριο του ‘59, γεννήθηκε εδώ ο μικρότερος γιος μου. Εκείνη την περίοδο, το σπίτι ήταν πλέον επιπλωμένο και εγώ ήμουν πλέον ήρεμη.
Ήξερα ότι εδώ θα ζήσουμε τη ζωή μας.
(συνεχίζεται)
photos fietzfotos, https://pixabay.com
















































