Άναψα το τσιγάρο και τη θαύμασα. Ήτανε λες κι έρχονταν από μακριά, θαρρείς από πρωτόγονη φυλή.
“Δες πόσο όμορφα είναι τα χέρια σου” της είπα.
Εκείνη τότε κόμπιασε. Τα άπλωσε προς τη μεριά μου με απορία:
“Ποτέ κανείς τους δε μου το ‘πε. Στο σχολείο όλοι με κοροϊδεύανε, με λέγανε κρεμανταλού κι ατσούμπαλη”
Με κοίταξε κι από τα μάτια της ξεχύθηκε ένα φως
Είδα τα δάκτυλα της τα μακριά, που μοιάζανε πως φτιάχτηκαν για να φροντίζουν μικρά δέντρα και τότε ένιωσα ποιά ήτανε στ’ αλήθεια.
“Δώσ’ μου τα χέρια σου” της λέω. Τα κράτησα σφιχτά μες στα δικά μου:
“Θα σε λέω κορίτσι, ναι, αυτό είσαι. Το κορίτσι με τα ωραία χέρια”
Με κοίταξε ξανά, ευθεία μες στα μάτια και καθρεφτίζονταν στα μάτια αυτά ολάκερος ο κόσμος.
“Νιώθω τόσο όμορφη”.
photo Moroznaya_Photo / https://pixabay.com















































