Ήταν, τι ήταν;
Ήταν πτώση με πρόσωπο
Σε πρώτο πληθυντικό
Ήταν σώματα που ζήτησαν λύτρωση
Ήταν βλέμματα που δεν άντεξαν
να δουν τον εαυτό τους μέσα στον άλλον.
Στον πόθο δεν υπήρξε σκέψη.
Μόνο πράξη
σαν έγκλημα που δεν ζητά εξήγηση.
Κι όταν τελείωσε, δεν έκλαψαν.
Μόνο θλίψη ένιωσαν για τα κορμιά που ζητούσαν
να ξεχάσουν.
Αυτή με δάχτυλα μαχαίρια φόρεσε ωτασπίδες
της απουσίας το χρόνο σφάζοντας
πριν γεννηθεί.
Αυτός την αποκάλεσε φονιά
και την φίλησε στον λαιμό
σαν να την συγχωρούσε.
Κι ύστερα, ανυψώθηκαν πάλι.
Μα ποτέ δεν αποδέχτηκαν
Τα αργύρια που κρέμασαν στον λαιμό τους
για λίγη σάρκα.
Ο χωρισμός δαμόκλειο σπαθί.
Όχι γιατί δεν αγαπήθηκαν.
Αλλά γιατί δεν άντεξαν
να αγαπήσουν τον εαυτό τους
Ούτε αντίο δεν είπαν
Έγινε απουσία για πάντα θαμμένη
στο στήθος
Σε μνήμη μεταλλάχτηκε
Χωρίς κανένας τους να ακούσει
την κραυγή του άλλου.
Photo Από Φραντσέσκο Άγιετς – Web Gallery of Art: Εικόνα Info about artwork, Κοινό Κτήμα, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=17614288 – https://el.wikipedia.org/wiki/




























