Ένα κρυμμένο χωριουδάκι με μόλις 15 κατοίκους, παλιά πέτρινα σπίτια, τρεχούμενα νερά και ανθρώπους που σε υποδέχονται σαν να σε γνωρίζουν χρόνια.
Υπάρχουν χωριά που δεν τα ανακαλύπτεις εύκολα. Είναι κρυμμένα μέσα στα δάση, μακριά από τους πολυσύχναστους δρόμους και τους γρήγορους ρυθμούς της εποχής. Ένα από αυτά είναι η Ελάτη Αρκαδίας, φωλιασμένη μέσα στα έλατα του Μαινάλου, ένας μικρός τόπος που λίγοι γνωρίζουν, αλλά όσοι τον επισκεφθούν έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν έναν διαφορετικό κόσμο.
Με μόλις 15 κατοίκους, το χωριό διατηρεί τη δική του ξεχωριστή φυσιογνωμία. Παλιά παραδοσιακά σπίτια, ένα όμορφο ποτάμι, πυκνό δάσος και ένα τοπίο που σε καλεί να σταματήσεις για λίγο και να ακούσεις τους ήχους της φύσης. Εδώ, η ζωή μοιάζει να ακολουθεί ακόμη τους δικούς της ρυθμούς, μακριά από τη βιασύνη της πόλης.
Όμως, η πραγματική ομορφιά της Ελάτης δεν βρίσκεται μόνο στα έλατα, στα νερά και στα παλιά σπίτια της. Βρίσκεται κυρίως στους ανθρώπους της.
Εκεί συναντήσαμε τον γερο-Κώστα και τη γυναίκα του, την Τασία, δύο ανθρώπους που μας άνοιξαν το σπίτι τους και μας υποδέχθηκαν με μια ζεστασιά που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Στο τραπέζι τους μάς περίμεναν σπιτικά φαγητά και γλυκά, φτιαγμένα με δικά τους υλικά και με εκείνη τη φροντίδα που κάνει ακόμη και το πιο απλό γεύμα να μοιάζει ξεχωριστό.
Δεν χρειάζονταν μεγάλες κουβέντες ούτε επίσημες προσκλήσεις. Ένα χαμόγελο, ένα πιάτο φαγητό, ένα γλυκό και η διάθεση να μοιραστούν όσα έχουν ήταν αρκετά για να νιώσεις πως βρίσκεσαι ανάμεσα σε δικούς σου ανθρώπους.
Αυτή είναι η ελληνική φιλοξενία στην πιο αληθινή της μορφή. Όχι εκείνη που προσφέρεται για εντυπώσεις, αλλά εκείνη που γεννιέται αυθόρμητα, από την καρδιά και την απλότητα των ανθρώπων της υπαίθρου.
Η Ελάτη είναι, επίσης, ένας τόπος πλούσιος σε καρπούς και αγαθά της φύσης. Η γη, τα δέντρα και οι κήποι προσφέρουν τους θησαυρούς τους σε όσους συνεχίζουν να καλλιεργούν, να φροντίζουν και να ζουν σε αρμονία με το περιβάλλον.
Και κάπως έτσι, μέσα στα έλατα του Μαινάλου, ανακαλύπτεις πως ο πλούτος ενός χωριού δεν μετριέται με τα σπίτια ή τον αριθμό των κατοίκων του. Μετριέται με τις μνήμες που κρατά ζωντανές, τα αγαθά που προσφέρει και, πάνω απ’ όλα, τους ανθρώπους που δεν έχουν ξεχάσει να μοιράζονται.





























