θα ξεκινούσε πάντα από το κεντρικό του αξίωμα:
«Ἡ ὡραιότης τῆς Ἑλένης εἶναι ἄπειρη. Ὁ Ὅμηρος δὲν τὴν περιγράφει, διότι ἡ περιγραφή εἶναι φυλακή.»
Θα έλεγε στους δασκάλους:
«Ἄν ὁ ποιητὴς ἔλεγε ξανθὴ ἢ μελαχρινή, θὰ τὴν ἔκλεινε σὲ μιὰ φυλακὴ ἰδιωτικῆς ἀρεσκείας.
Ἄν ἔλεγε ψηλή, θὰ ἔλεγε ὁ ἄλλος “ἐγὼ προτιμῶ τὶς κοντές”.
Ἄν ἔλεγε πλούσιο στῆθος, θὰ ἔλεγε ὁ ἄλλος “ἐγὼ τὶς λιγνές”.
Ἡ ὡραιότης ἔχει ἕνα μόνο μέτρο: τὸ ἄμετρον.»
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Σκηνὴ: Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τῆς Σπάρτης.
Παρόντες: Ἑλένη, Ομηρος,Πάρις, Στησίχορος, Ἀχιλλεύς, Πρίαμος, ἡ Σκιὰ τῆς Ἑλένης, τὸ Εἴδωλον Οδυσσέας, Ευριπίδης, Έκτωρας.
- Ἡ Ἑλένη καὶ ὁ Πάρις
Πάρις
Ἑλένη, σὲ διάλεξα ὡς κρίση ἀνάμεσα στὶς θεές. Ἐσύ, ἡ ὡραιότης ποὺ ἔγειρε τὴ ζυγαριά.
Ἑλένη
Δὲν μὲ διάλεξες. Ἡ ὡραιότης εἶναι ἡ ἀνάγκη ποὺ διαλέγει ἀντὶ τοῦ ἀνθρώπου.Ἐσύ ἤσουν ἡ ἀφορμή, ὄχι ἡ αἰτία.
Πάρις
Ἄρα δὲν φταίω;
Ἑλένη
Ὁ ἄνθρωπος φταίει ὅταν νομίζει ὅτι ἡ ὡραιότης εἶναι κτῆμα. Ἡ ὡραιότης δὲν ἔχει ἰδιοκτήτη.
Ἔχει μόνο θύματα.
Στησίχορος
Ἑλένη, σὲ κατηγόρησα.
Καὶ ἔχασα τὸ φῶς μου.
Ἑλένη
Ὅχι τὸ φῶς σου· τὴν ὄψιν τῶν πραγμάτων.
Ἔγραψες τὴν ἀλήθεια τῶν ἀνθρώπων, ὄχι τὴν ἀλήθεια τῶν θεῶν.
Στησίχορος
Καὶ ὅταν ἔγραψα τὴν Παλινωδία;
Ἑλένη
Τότε εἶδες ὅτι ἡ Ἑλένη ποὺ ἔφυγε γιὰ τὴν Τροία δὲν ἤμουν ἐγώ, ἀλλὰ τὸ εἴδωλον.
Σκιὰ Ἑλένης
Ἐγὼ ἤμουν στὴν Τροία.
Ἐγὼ ἤμουν ἡ αἰτία τοῦ πολέμου.
Ἐγὼ ἤμουν ἡ ἀπάτη τῶν θεῶν.
Ἑλένη
Καὶ ἐγὼ ἤμουν στὴν Αἴγυπτο, ἄθικτη, ἀθώα, ἀπείραχτη. Ἡ ὡραιότης δὲν ταξιδεύει μὲ πλοῖα.
Ταξιδεύει μὲ φαντασίες.
Εἴδωλον
Ἐγὼ εἶμαι ὅ,τι νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι βλέπουν. Ἡ Ἑλένη εἶναι ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ δουν.
Ἀχιλλεύς καὶ Πρίαμος
Πρίαμος
Ἀχιλλεῦ, δὸς μου τὸν γιὸ μου. Δὲν ἦρθα ὡς βασιλεὺς. Ἦρθα ὡς πατέρας.
Ἀχιλλεύς
Ἐγὼ σκότωσα τὸν Ἕκτορα.
Ἀλλὰ ὁ θάνατος δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα. Ἀνήκει στὴ μοῖρα.
Πρίαμος
Ἐλέησόν με.
Ἀχιλλεύς
Ἐλέησα τὸν ἄνθρωπο, ὄχι τὸν ἐχθρό. Πάρε τὸν γιὸ σου. Ἡ λύπη σου ἔσπασε τὴν ὀργή μου.
(Ὅπως στὴν Ἰλιάδα: ὁ Ἀχιλλεὺς δακρύζει μὲ τὸν Πρίαμο,
καὶ ἡ ἀνθρωπιά νικᾷ τὸ μένος.)
Λιαντίνης
Ὁ Ὅμηρος δὲν περιγράφει τὴν Ἑλένη.
Δίνει μόνο ἐπίθετα: καλλίκομος , καλλιπάρηος,λευκώλενος,τανύπεπλος
«Ἄν τὴν περιέγραφε, θὰ τὴν ἐλάττωνε.
Ἡ ὡραιότης τῆς Ἑλένης εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ Ἑλένη εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς φαντασίας μας.»
Ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ὡραιότητος, ὄχι ἡ γυναίκα.
Εὐριπίδης
Ἡ ἀληθινὴ Ἑλένη μένει στὴν Αἴγυπτο.
Στὴν Τροία πηγαίνει εἴδωλο,
φτιαγμένο ἀπὸ Ἥρα ἢ Ἑρμῆ.
Ἡ Τροία ἔπεσε γιὰ σκιὰ,γιὰ φάντασμα,γιὰ πλάνη.
Λιαντίνης:
«Ἡ ἱστορία τῆς Ἑλένης εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος:
πολεμοῦμε γιὰ εἴδωλα, καὶ χάνουμε τὴν ἀλήθεια.»
«Ἡ Ἑλένη δὲν εἶναι γυναίκα.
Εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ὡραιότητος ποὺ ὁ ἄνθρωπος κυνηγᾷ
καὶ ποτὲ δὲν φτάνει.
Ὁ Ὅμηρος τὴν ἄφησε ἄμορφη,
γιὰ νὰ τὴν πλάσει ὁ καθένας ὅπως ἀντέχει ἡ ψυχή του.»
Ὀδυσσεύς, (ὁ τῆς πολύτροπης φρονήσεως).
Ὀδυσσεύς
Ἑλένη, σὲ εἶδα στὴν Τροία.
Ἄλλοτε ὡς γυναῖκα, ἄλλοτε ὡς φῶς, καὶ ἄλλοτε ὡς ἀνέφικτο νόημα.
Ἄνθρωπος ἤμουν, καὶ σὲ ἔβλεπα ὡς ἄνθρωπο.
Ἑλένη
Ο Ἄνθρωπος βλέπει ὅ,τι ἀντέχει. Ὁ Ὅμηρος δὲν μὲ περιέγραψε, γιατὶ ἡ περιγραφή εἶναι ὅριο.
Καὶ ἐσύ, Ὀδυσσεῦ, ἔμαθες στὰ ταξίδια σου ὅτι τὸ ὅριο εἶναι ἡ μεγαλύτερη πλάνη.
Ὀδυσσεύς
Ἐγὼ ἔμαθα ὅτι ὁ κόσμος εἶναι εἴδωλα.
Ἡ Κίρκη, ἡ Καλυψώ, οἱ Λωτοφάγοι, ὅλοι ἦταν μορφὲς ποὺ ἔπλαθε ὁ νοῦς μου ἀπὸ φόβο, ἀπὸ πόθο, ἀπὸ ἀνάγκη , Ἀλλὰ ἐσύ, Ἑλένη, ἦσουν τὸ εἴδωλο ποὺ ἔπλασε ὁ κόσμος ὅλος.
Ἑλένη
Ἐγὼ δὲν ἤμουν ἐκεῖ.
Ἡ ὡραιότης μου ἦταν ἡ ἀπουσία μου. Ἡ Τροία ἔπεσε γιὰ σκιὰ. Ἐσύ, Ὀδυσσεῦ, τὸ ξέρεις:
ὁ ἄνθρωπος πολεμᾷ γιὰ ὅ,τι δὲν ἔχει, καὶ λατρεύει ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει.
Ὀδυσσεύς
Ἄρα ἡ ὡραιότης σου εἶναι ὁ νόστος. Ἐπιστρέφει κανείς σ’ ἐσένα ὅπως ἐπιστρέφει στὴν Ἰθάκη:
ποτὲ ὅπως ἔφυγε, ποτὲ ὅπως ἐλπίζει, πάντα ὅπως ἀντέχει.
Ἑλένη
Ἡ Ἰθάκη σου εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐγώ εἶμαι ἡ ἀφορμή.
Εἴδωλον
Ὀδυσσεῦ, ἐσύ ποὺ ἔχεις δει θεοὺς καὶ τέρατα, τί βλέπεις ὅταν βλέπεις ἐμένα;
Ὀδυσσεύς
Βλέπω τὸν ἄνθρωπο. Τὴν ἀνάγκη του νὰ πλάθει μορφές γιὰ νὰ ἀντέχει τὸ ἄμορφο.
Τὴν ἀνάγκη του νὰ δίνει ὄνομα γιὰ νὰ ἀντέχει τὸ ἄπειρο.
Σκιὰ Ἑλένης
Ἐγὼ ἤμουν ἡ πέτρα του σκανδάλου.
Ὀδυσσεύς
Ὄχι. Το σκάνδαλο, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ φοβᾶται τὴν ἀλήθεια καὶ κυνηγᾷ τὸ εἴδωλο.
Πρίαμος
Ἀν ἤσουν ἐσύ, Ὀδυσσεῦ, θὰ μᾶς εἶχες σώσει ἀπὸ τὴν πλάνη;
Ὀδυσσεύς
Κανείς δὲν σώζει κανέναν ἀπὸ τὴν πλάνη του. Ἡ πλάνη εἶναι ὁ τρόπος ποὺ βλέπουμε τὸν κόσμο
πρὶν ἀντέξουμε τὴν ἀλήθεια του.
Λιαντίνης
«Ὁ Ὀδυσσεὺς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴν Ἑλένη.
Ἦρθε γιὰ νὰ δείξει τὁν δρόμο πρὸς τὴν ἀλήθεια
περνᾷ πάντα ἀπὸ τὴν πλάνη. Ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ὡραιότητος.Ὁ Ὀδυσσεὺς εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ἀναζητήσεως. Ἡ ὡραιότης εἶναι ἄπειρη. Ἡ ἀναζήτηση ἀτελεύτητη. Καὶ ὁ ἄνθρωπος,γράφει τὴ μοῖρα του.»
Ὀδυσσεὺς καὶ Ἀχιλλεύς — Ὁ Διάλογος τῶν Ἀντιθέτων
Σκηνὴ:
Ἡ νύχτα ἔχει πέσει στὴν ἀκροθαλασσιὰ.
Ἡ Ἑλένη ἀκούει ἀπὸ μακριά.
Ὁ Πρίαμος κοιμᾶται δίπλα στὸ σῶμα τοῦ Ἕκτορα.
Μένουν μόνο δύο: ὁ Ἀχιλλεὺς τῆς φλόγας καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς τῆς στάχτης.
Ἀχιλλεύς
Ὀδυσσεῦ, ἐσύ ποὺ ἔζησες μὲ τέχνη, πές μου: τί ἔχει μεγαλύτερη ἀξία; Ἡ δόξα ποὺ καίει, ἢ ἡ ζωή ποὺ διαφεύγει;
Ὀδυσσεύς
Ἡ δόξα σου, Ἀχιλλεῦ, εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ἔμαθες νὰ πεθαίνεις. Ἡ ζωή μου εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ἔμαθα νὰ χάνω
καὶ νὰ συνεχίζω.
Ἀχιλλεύς
Ἐγὼ διάλεξα τὸ σύντομο καὶ λαμπρό. Ἐσύ τὸ μακρὸ καὶ δύσβατο. Ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο ἔχει ἀλήθεια;
Ὀδυσσεύς
Τὸ σύντομο καὶ λαμπρὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ θανάτου. Τὸ μακρὸ καὶ δύσβατο εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀχιλλεύς
Καὶ ἡ Ἑλένη; Ποῦ χωρᾶ στὴν ἀλήθεια;
Ὀδυσσεύς
Ἡ Ἑλένη δὲν χωρᾶ ποτὲ. Ἡ Ἑλένη εἶναι ὁ λόγος ποὺ ξεκινᾶ ὁ πόλεμος, ὄχι ὁ λόγος ποὺ τελειώνει.
Ἐσύ πέθανες γιὰ τὴν τιμή της. Ἐγὼ γύρισα γιὰ τὴν ἀλήθεια μου.
Ἀχιλλεύς
Ἄρα ἡ ὡραιότης εἶναι πλάνη;
Ὀδυσσεύς
Ὄχι. Ἡ ὡραιότης εἶναι ὁ καθρέφτης. Ἡ πλάνη εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ κοιτᾶ μέσα του καὶ νομίζει ὅτι βλέπει τὴν Ἑλένη.
Ἀχιλλεύς
Καὶ ἡ μοῖρα; Ἐσύ τὴν ἔσπασες. Ἐγὼ τὴν ὑπάκουσα.
Ὀδυσσεύς
Ἡ μοῖρα δὲν σπάζει. Ἡ μοῖρα ἀλλάζει πρόσωπα. Ἐσύ τὴν εἶδες ὡς θάνατο. Ἐγὼ τὴν εἶδα ὡς δρόμο.
Λιαντίνης
«Ὁ Ἀχιλλεὺς εἶναι ἡ ἀστραπή.
Ὁ Ὀδυσσεὺς εἶναι ἡ ἀνατολή.
Ὁ Ἀχιλλεὺς ἔμαθε τὸν ἄνθρωπο νὰ πεθαίνει ὡραῖα.
Ὁ Ὀδυσσεὺς ἔμαθε τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ δύσκολα.
Ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ ἀφορμή. Ἡ μοῖρα εἶναι ἡ ἀρχιτεκτονική. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἀνάμεσα στὰ δύο,
γράφει τὴν τραγωδία του.»
*Ὀδυσσεὺς – (Πολύτροπη Ἀλήθεια)
Σκηνὴ:
Ἡ ἀκροθαλασσιὰ ἡσυχάζει. Ἡ Ἑλένη ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ φῶς,παροῦσα μόνο ὡς ἀνάσα.
Ὁ Στησίχορος κρατᾷ τὴ λύρα του. Ὁ Ὀδυσσεὺς κρατᾷ τὴ σιωπή του.
Στησίχορος
Ὀδυσσεῦ, ἐσύ ποὺ ἔμαθες τὸν κόσμο μὲ τὴν τέχνη τῆς ἀπάτης,πές μου: ἔκανα καλά ποὺ ἀνακάλεσα τὴν Ἑλένη;Ἢ ἔγινα ὄργανο τῶν θεῶν;
Ὀδυσσεύς
Οὔτε καλά, οὔτε κακά. Ἔκανες ὅ,τι κάνει ὁ ποιητής: ἔσωσες τὴν ὄρασή σου ἀπὸ τὴν τύφλωση τῶν ἀνθρώπων.
Στησίχορος
Ἀλλὰ ἔγραψα δύο ἀλήθειες. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο στέκει;
Ὀδυσσεύς
Καμία δὲν στέκει. Καὶ οἱ δύο πορεύονται. Ἡ πρώτη ἀλήθεια σὲ τύφλωσε. Ἡ δεύτερη σὲ λύτρωσε.
Ἀλλὰ καμία δὲν ἔφτασε στὴν Ἑλένη.
Στησίχορος
Ἄρα ἡ Ἑλένη εἶναι ἀπρόσιτη;
Ὀδυσσεύς
Ἡ Ἑλένη εἶναι ὅπως ἡ Ἰθάκη: ὅσο πλησιάζεις, τόσο μετακινείται.
Στησίχορος
Καὶ ἡ Παλινωδία μου; Ἦταν ἀλήθεια ἢ φόβος;
Ὀδυσσεύς
Ἦταν ὁ φόβος ποὺ γίνεται ἀλήθεια ὅταν τὸν γράφει ὁ ποιητής. Ἦταν ἡ ἀνάγκη σου νὰ σώσεις τὸ φῶς σου,
ὅχι τὴν Ἑλένη.
Στησίχορος
Ἐσύ, Ὀδυσσεῦ, ἔκανες ποτὲ παλινωδία;
Ὀδυσσεύς
Κάθε μέρα. Ὅταν ἔλεγα ὅτι ἡ Κίρκη εἶναι θεὰ καὶ τὴν ἔβλεπα ὡς γυναίκα.
Ὅταν ἔλεγα ὅτι ἡ Καλυψὼ εἶναι σωτηρίακαὶ τὴν ἔνιωθα φυλακή.
Ὅταν ἔλεγα ὅτι ἡ Ἰθάκη εἶναι τέλος καὶ ἦταν ἀρχή.
Στησίχορος
Ἄρα ἡ ἀλήθεια εἶναι δρόμος;
Ὀδυσσεύς
Ἄρα ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ βαδίζει. Ὁ ποιητὴς γράφει τὴν ἀλήθεια ποὺ ἀντέχει.
Ὁ ἥρωας ζεῖ τὴν ἀλήθεια ποὺ πληρώνει.
Στησίχορος
Καὶ ἡ Ἑλένη; Τί εἶναι γιὰ σένα;
Ὀδυσσεύς
Ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὁ κόσμος δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ πράγματα,ἀλλὰ ἀπὸ νοήματα.
Καὶ τὰ νοήματα τὰ πλάθει ὁ φόβος,ὁ πόθος, καὶ ἡ μνήμη.
Λιαντίνης
«Ὁ Στησίχορος ἔγραψε δύο ἀλήθειες. Ὁ Ὀδυσσεὺς ἔζησε χίλιες. Ἡ Ἑλένη δὲν ἔζησε καμία·
γιατὶ ἡ ὡραιότης ζεῖ, μόνο καθρεφτίζει. Ἡ Παλινωδία εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ποιητῆ νὰ σώσει τὸ φῶς του.
Ἡ Ὀδύσσεια εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου
νὰ σώσει τὴν ψυχή του. Καὶ ἡ Ἑλένη, πάνω ἀπ’ ὅλα, εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ κόσμου νὰ πιστεύει σὲ κάτι ἀπρόσιτο.»
Σκηνὴ:
Ἡ θάλασσα ἡσυχάζει. Ἡ Ἑλένη ἀπουσιάζει ὡς σώμα, παροῦσα ὡς ἀνάγκη. Ἐμφανίζεται τὸ Εἴδωλον,
ὄχι τῆς Ἑλένης,
ἀλλὰ ἕνα εἴδωλον ποὺ μοιάζει μὲ τὸν Ὀδυσσέα.
Εἴδωλον
Ὀδυσσεῦ, ἐσύ ποὺ ἔπλασες χίλιες μορφές γιὰ νὰ σωθεῖς, ξέρεις ποιά εἶναι ἡ δική σου μορφή;
Ὀδυσσεύς
Ἡ μορφή μου εἶναι ὅ,τι ἀπομένει ὅταν φύγουν οἱ φόβοι μου. Ἄν φύγουν ποτὲ.
Εἴδωλον
Ἐγὼ εἶμαι ὁ φόβος σου. Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ποὺ νόμιζες ὅτι εἶσαι ὅταν ἔλεγες ὅτι εἶσαι πολύτροπος.
Ὀδυσσεύς
Ἄρα δὲν εἶμαι πολύτροπος;
Εἴδωλον
Εἶσαι.Ἀλλὰ ὄχι ἐπειδὴ ἔχεις πολλὰ πρόσωπα. Εἶσαι πολύτροπος ἐπειδὴ δὲν ἔχεις κανένα.
Ὀδυσσεύς
Ἐσύ, λοιπόν, τί εἶσαι;
Εἴδωλον
Εἶμαι ὅ,τι ἔπλασες γιὰ νὰ ἀντέξεις τὸ ἄμορφο. Ὅπως ἔπλασαν οἱ ἄνθρωποι τὴν Ἑλένη
γιὰ νὰ ἀντέξουν τὴν ὡραιότητα.
Ὀδυσσεύς
Ἄρα ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ σκιά τοῦ κόσμου, καὶ ἐσύ εἶσαι ἡ σκιά τοῦ ἐγώ μου.
Εἴδωλον
Ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ σκιά τοῦ πόθου. Ἐγὼ εἶμαι ἡ σκιά τῆς μνήμης.Ἐσύ, Ὀδυσσεῦ, εἶσαι ἡ σκιά τῆς ἀνάγκης.
Ὀδυσσεύς
Καὶ ἡ ἀλήθεια; Ποῦ βρίσκεται;
Εἴδωλον
Ἡ ἀλήθεια βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ τελειώνει ἡ σκιά. Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν φτάνει ποτὲ ἐκεῖ.
Γι’ αὐτὸ φτιάχνει Ἑλένες, φτιάχνει θεούς, φτιάχνει Ὀδυσσείς.
Ὀδυσσεύς
Ἄρα ὁ κόσμος εἶναι πλάνη;
Εἴδωλον
Ὄχι. Ὁ κόσμος εἶναι ἀνάγκη. Ἡ πλάνη εἶναι ὁ τρόπος ποὺ τὴν ὀνομάζεις.
Λιαντίνης
«Τὸ Εἴδωλον τοῦ Ὀδυσσέα δὲν εἶναι φάντασμα. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ νομίζει ὅτι εἶναι ἄνθρωπος.
Ὁ Ὀδυσσεὺς εἶναι ἡ ἀπόδειξηὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴν ἀλήθεια περνᾶ ἀπὸ χίλιες μορφές
ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀναγκάζεται νὰ φορέσει γιατὶ δὲν ἀντέχει τὸ ἄμορφο.
Ἡ Ἑλένη εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ κόσμου. Τὸ Εἴδωλον εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐγώ.
Καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς, ἀνάμεσα στὰ δύο, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ζωῆς.»























