Πάντοτε πίστευα ότι ένας δάσκαλος, ο οποίος διακατέχεται από εθνικά ιδεώδη, τα οποία θέλει να μεταλαμπαδεύσει στους μαθητές του, είναι ικανός να εφευρίσκει τρόπους για να το κάνει. Στην 34χρονη θητεία μου ως μαχίμου καθηγητού στην Δευτεροβάθμια Μέση εκπαίδευση θεώρησα καθήκον μου να παιδεύσω (με την ακριβή έννοια τού «να παράσχω παιδεία») αλλά και να εκπαιδεύσω τους μαθητές μου ώστε να γίνουν σωστοί Έλληνες και άνθρωποι, υπερήφανοι για την πατρίδα τους, τους προγόνους τους, την ιστορία τους, τον πολιτισμό τους. Πιστεύω ότι σε ένα μεγάλο ποσοστό το πέτυχα. Οι καταξιωμένοι σήμερα επιστήμονες μαθητές μου, με τον σεβασμό που με αντιμετωπίζουν κάθε φορά που με συναντούν, το επιβεβαιώνουν. Εξ άλλου, εγώ έριχνα μόνο τον σπόρο. Κι αν το χωράφι ήταν γόνιμο, αν ο μαθητής, δηλαδή, είχε μεγαλώσει σε συγκροτημένη οικογένεια, με αρχές, αξίες και πίστη, τα λόγια μου κάρπιζαν και μόρφωναν.
Την αφορμή για το σημερινό άρθρο μού έδωσε με συγκίνηση ένας παλιός μου μαθητής, ανώτερος αξιωματικός σήμερα τού Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος προσκαλώντας με στο σπίτι του ένα απόγευμα του περασμένου μηνός, μου θύμισε κάτι. Με αφορμή συζητήσεως την ταινία για τον Παύλο Μελά, έβγαλε μέσα από την βιβλιοθήκη του ένα χαρτί, μία φωτοτυπία, την οποία τους είχα δώσει πριν πολλά χρόνια στην τάξη. Μόλις την είδα, πέρασε από το μυαλό μου σαν κινηματογραφική ταινία όλη η τότε σκηνή. Δίδασκα εκείνη την ημέρα το μάθημα της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Σε μία σελίδα του βιβλίου είχε κάποιες φωτογραφίες χωρίς συγκεκριμένο θέμα. Μεταξύ αυτών ήταν αυτή ενός διεθνούς φήμης τραγουδιστή και μία φωτογραφία τού Ίωνος Δραγούμη. Αμέσως άδραξα την ευκαιρία να τους κάνω ένα μάθημα για τον Ίωνα Δραγούμη, τον Παύλο Μελά, τον Μακεδονικό Αγώνα και τους Βαλκανικούς Πολέμους, που πριν λίγα χρόνια κλείσαμε εκατό χρόνια από την έναρξή τους.
Ερώτησα λοιπόν τους μαθητές μου. «Γνωρίζετε παιδιά ποιος είναι ο πρώτος που εικονίζεται στην φωτογραφία;» Αρκετοί τον ήξεραν. Ήταν ο διάσημος τραγουδιστής. «Ο άλλος;», συνέχισα. Η εικόνα τους με τρόμαξε λίγο… «Άκρα τού τάφου σιωπή», που λέει κι ο ποιητής. Κατάλαβα ότι είχαμε αρχίσει, μέσω των νέων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, να ξεχνούμε την ιστορία μας! Και απεφάσισα να δράσω. «Όποιος τον γνωρίζει», συνέχισα «θα επιβραβευθεί με πέντε μονάδες»! Το δέλεαρ ήταν μεγάλο. Άρχισαν να ψάχνουν εναγωνίως και να «πετάνε» διάφορα ονόματα. Οπότε τους καθησύχασα. «Σας αφήνω τους είπα κάποιες ημέρες, μέχρι το επόμενο μάθημα. Η προσφορά μου συνεχίζει να ισχύει». Οι ημέρες αυτές έδωσαν και σ’ εμένα την ευκαιρία να πάρω από την βιβλιοθήκη μου ένα από τα πρώτα μου βιβλία. Ήταν το «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα». Φωτοτύπησα τον πρόλογο και το εξώφυλλο με την φωτογραφία τού Ίωνος Δραγούμη.
Στο επόμενο μάθημα, διεπίστωσα ότι κανείς δεν είχε κάνει κάτι ιδιαίτερο. Είτε αμέλησαν είτε έψαξαν πλημμελώς και δεν το βρήκαν. Τους διένειμα τις φωτοτυπίες και τους είπα ποιος ήταν ο Ίων Δραγούμης. Κυρίως, όμως, τους είπα για ποιον έγραψε. Για τον Μακεδονικό Αγώνα και τον Παύλο Μελά. Ένας μαθητής, θυμάμαι, φορούσε μία μπλούζα με την φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα. Προσποιούμενος άγνοια, τον ερώτησα ποιος ήταν ο εικονιζόμενος και τι έκανε. Μου απάντησε σωστά. Θα προερχόταν από «προοδευτική» οικογένεια. Τότε τού λέω: «Εσύ, ένα ελληνόπουλο, προβάλλεις έναν επαναστάτη ενός άλλου έθνους, λόγω μόδας. Έναν Έλληνας επαναστάτη, θα τον προέβαλλες;» Μου απάντησε αρνητικά, αιτιολογώντας ότι θα τον κορόϊδευαν. «Κι όμως», του είπα, «εσύ έχεις έναν πρόγονο, έναν Έλληνα Τσέ Γκεβάρα», ο οποίος, ενώ είχε όλα τα καλά του (ήταν Αξιωματικός τού Ελληνικού Στρατού, γαμβρός Πρωθυπουργού κ.λπ) αφήνει την θέση του, την οικογένειά του, τα παιδιά του, παίρνει κάποιους ομοϊδεάτες συμμαχητές του και πηγαίνει να απελευθερώσει την Μακεδονία, κάνοντας πράξη το Πλατωνικό «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων, απάντων τιμιώτερόν εστιν πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον» (Κρίτων, 51, α, 9). «Προσέξατε», τους είπα, «αυτό το σύντομο κείμενο». Και αρχίζω να τους διαβάζω τον πρόλογο από το «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα», το οποίο τούς είχα διανείμει…
«Ο Παύλος Μελάς», έγραφε, «σκοτώθηκε στην Στάτιτσα της Μακεδονίας ένα βράδυ το φθινόπωρο του 1904. Και οι Έλληνες ξύπνησαν. Γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είναι τυφλοί οι άνθρωποι· και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είναι και μικροί. Σπίθες κοντές είναι οι στιγμές πού ξυπνούν και νοιώθουν την μετριότητα πού βαραίνει επάνω τους. Σπίθα είναι όταν λέγουν: – Ω, τι ανυπόφορη πού είναι ή μετριότητά μου! Μια τέτοια σπίθα τούς άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχασθούν πόσο μεγαλύτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είναι ο Παύλος Μελάς για να καταφέρει να τους ανάψει. Και με την σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, πού ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν.
Έτριψαν τα μάτια τους κάπως ξιπασμένοι και είπαν μέσα τους γιατί ντρέπουνταν να το διαλαλήσουν: Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς και σκοτώθηκε γι’ αυτή! Και άλλοι συμπέραναν: – Ώστε βρίσκονται ακόμα μετά το 1897 αξιωματικοί στον στρατό, και ζωή στο Έθνος! Λοιπόν “Ζήτω το Έθνος“!
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, γέροντες και νέοι, γνωστοί και άγνωστοι, συνταράχθηκαν έξαφνα, μια στιγμή, και ανατρίχιασαν. Και έκλαψαν γυναίκες και κορίτσια, γέροντες δάκρυσαν, άνδρες κουνήθηκαν, και τα παιδιά τα Ελληνόπουλα του κόσμου όλου άναψαν. Μια άφραστη λαχτάρα τούς συνεπήρε όλους, και όλοι έγιναν μιαν ώρα ποιητές και πόθησαν να τραγουδήσουν. Kαι ο πόθος τους ήταν φλόγα για κάποιο μεγαλείο. Ή σπίθα όμως των περισσοτέρων αποκάηκε, έσβησε, γίνηκε στάχτη.
Ακούσετε Ελληνόπουλα! Τις αμαρτίες τών γερόντων μας και τις δικές μας αμαρτίες, τις φορτώθηκε ο Παύλος Μελάς και παθαίνουνταν και υπόφερνε γι’ αυτές, ενώ δεν ήταν άξιος για τέτοια τιμωρία. Οι λίγοι και οι μετρημένοι παθαίνονται για τις αμαρτίες τών πολλών, παλιές και νέες, και τις φορτώνονται όλες, γιατί δεν φοβούνται ξένα βάρη, δεν φοβούνται καμμιάν ευθύνη, και αντί να κοιμούνται, κουνιούνται και τολμούν. Άμα νοιώσουν, πεισθούν και πιστέψουν πώς πρέπει να γίνει κάτι, το αναλαμβάνουν οι ίδιοι, γιατί θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να το κάμουν και ποτέ δεν περιμένουν πρωτοβουλία από τους άλλους. Και αφού αποφασίσουν και το αναλαμβάνουν, δεν θα σταματήσουν πια ως τον θάνατο. Στιγμές ολιγοψυχίας θα νοιώσουν ίσως, και κούραση και λύπη και αηδία, αλλά επειδή προβλέπουν πώς το έργο τους μπορεί και την ζωή τους να πάρει, δυσκολίες δεν βλέπουν, εμπόδια δεν γνωρίζουν και τίποτα δεν θα τους σταματήσει. Και αν στον δρόμο τους τύχουν εμπόδια τέτοια πού ζητούν την ζωή ενός ανθρώπου, θα δώσουν την ζωή τους.
Σε σας στρέφομαι, παιδιά τού Ελληνισμού, αγαπημένα Ελληνόπουλα, και σας εξορκίζω· αν έχετε να ξοδέψετε ενέργεια, ας είναι και μέτρια, αν έχετε να κάψετε τίποτε περισσότερο από σπίθες απλές ενθουσιασμό, μη λησμονείτε ποτέ τον θάνατο του Παλληκαριού, αλλά προ πάντων μη λησμονείτε την ζωή του, τον ενθουσιασμό του δηλαδή και την δύναμη και την τόλμη, μη λησμονείτε και την ιδέα πού για κείνη δούλεψε και υπόφερε, ούτε την πανώρια χώρα όπου εσκοτώθη, γιατί και η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα Ήρωες.
Να ξέρετε πώς αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε!
Φαντάζομαι φυτρώνοντας νέα γενεά Ελλήνων – την γενεά σας Ελληνόπουλα, αν θέλετε – μεγαλωμένη στα αίματα, θρεμμένη με πολέμους, μεθυσμένη από κινδύνους, γενεά ζωντανών, γενεά τολμηρών, γενεά ατρόμητων, χυμίζοντας κατά το φως ενός γλυτωμού».
Τα παιδιά πρόσεχαν αμίλητα. Τους είπα ότι η προσφορά τών πέντε μονάδων ίσχυε αν σε ανύποπτη στιγμή κατά την διάρκεια του σχολικού έτους, σε ερώτησή μου συνέχιζαν αυτοί να γνωρίζουν τα όσα τούς ανέφερα. Την άλλη ημέρα, ο μαθητής με την φανέλα τού Τσε συνέχισε να την φορά. Μου είπε όμως ότι αν υπήρχε φανέλα με τον Παύλο Μελά, θα την φορούσε με καμάρι. Και μία άλλη μαθήτρια, δικηγόρος σήμερα, μού είχε πει. «Σήμερα έμαθα, γιατί πρέπει να είμαι υπερήφανη». Και συνέχισε: «Θα το θυμάμαι και … χωρίς τις πέντε μονάδες!»
Ενθυμούμενος αυτά ερώτησα τον παλιό μου μαθητή, τον αξιωματικό. «Γιατί κράτησες, τόσα χρόνια, την φωτοτυπία;» «Για να κάνω ό,τι κι εσύ, δάσκαλε», μού είπε. «Να ομιλώ στους υφισταμένους μου, υπενθυμίζοντάς τους το καθήκον τους»!
Έφυγα από την συνάντηση αυτή ικανοποιημένος διότι τα χρόνια μου στην εκπαίδευση δεν πήγαν χαμένα. Κι έφυγα αισιόδοξος. Όσο υπάρχουν ακόμη Έλληνες, η Ελλάδα δεν θα χαθεί. «Προώρισται να ζήση και θα ζήση», όπως είχε πει και ο Τρικούπης!
photo StockSnap, https://pixabay.com




























