Δεκέμβριος, 1965.
Η λάμπα επάνω στο παλιό ξύλινο γραφείο άναβε, σκορπίζοντας ένα αχνό φως μέσα στο μικρό δωμάτιο. Η Τερέζα, κοίταζε διστακτικά δεξιά αριστερά φοβισμένη, καθώς οι σκιάσεις των επίπλων της έδιναν την εντύπωση πως κάποιες ανθρώπινες φιγούρες μετακινούνταν. Άπλωσε το χέρι της και δυνάμωσε το φως, ανεβάζοντας το φυτίλι πιο πάνω.
«Τώρα είναι καλύτερα,» ακούστηκε η φωνή της στην ησυχία της νύχτας.
Ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και βγάζει από μέσα μερικές γραμμένες κόλες. Τις κοιτάζει μία – μία εξεταστικά, ενώ στο μεταξύ διόρθωνε πότε – πότε κάποιο γραπτό. Η προηγούμενη μέρα στο σχολείο και το διαγώνισμα έκθεσης που είχε βάλει στα παιδιά, ήταν η απόρροια αυτών των γραπτών που έπρεπε οπωσδήποτε απόψε να διορθώσει.
Καθηγήτρια φιλολογίας η Τερέζα, δίδασκε σ’ ένα από τα ωραιότερα νησιά της Μεσογείου, τη λεβεντογέννα Κρήτη. Συγκεκριμένα στο γυμνάσιο του Ηρακλείου. Κατοικούσε σ’ ένα μικρό χωριό έξω από το Ηράκλειο και ήταν νέο διορισμένη. Η φλόγα της διδασκαλίας έκαιγε μέσα της και σε συνδυασμό με το ακατάπαυστο διάβασμα, της πρόσδιδαν ένα πλούσιο και καλλιεργημένο πνευματικό επίπεδο. Αγαπούσε τους ανθρώπους της τέχνης και του λόγου, ενώ δεν παρέλειπε να αναφέρει στα μαθήματα της κάποιους από αυτούς τους σημαντικούς μέντορες, όπως τους αποκαλούσε.
Τα μάτια της δε λένε να ξεκολλήσουν απ’ το συγκεκριμένο γραπτό, που εδώ και κάμποσα λεπτά κρατάει στα χέρια της. Το διαβάζει, το ξανά διαβάζει και με θαυμασμό μονολογεί: «Εσύ θα πας ψηλά αετέ μου. Δίχως άλλο, σου αξίζει το άριστα». Αφού το βαθμολογεί του ρίχνει μία τελευταία ματιά έτσι, για το γλυκασμό της ψυχής.
Το πρωινό τη βρίσκει λίγο κουρασμένη, με τα βλέφαρα της να βαραίνουν από την αϋπνία. Το κουδούνι του σχολείου ακούγεται θυμίζοντας στα παιδιά ότι το διάλειμμα έφτασε στο τέλος του. Την οχλαγωγία της τάξης σταματά ο χάρακας, που με δύναμη χτύπησε στην έδρα. Η Τερέζα κοιτά έναν – έναν τους μαθητές της, ενώ συγχρόνως τους λέει: «Όταν θα ακούτε το όνομα σας, παρακαλώ να έρχεστε να παίρνετε τη βαθμολογημένη κόλα σας.»
Συνέχισε με κάποιες παρατηρήσεις σε ορισμένους αδιόρθωτα αδιάβαστους λέγοντας τους, πως την επομένη θα τους δεχόταν στο σχολείο με συνοδεία κάποιου κηδεμόνα τους. Τελευταίος άκουσε το όνομα του ο Μανωλιός.
«Ζερβουδάκη, έλα να πάρεις το γραπτό σου και να μας το διαβάσεις παρακαλώ. Ήταν το καλύτερο αυτού του διαγωνίσματος,» ακούγεται να λέει η καθηγήτρια.
Ο Μανωλιός, γεμάτος χαρά και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο πλησίασε, πήρε την κόλα και άρχισε να διαβάζει αργά και σταθερά, με κείνη την υπέροχη ντοπιολαλιά που κάνει ξεχωριστούς τους Κρητικούς.
Καζαντζάκεια, Βραβευμένο διήγημα
photo Bergadder, https://pixabay.com
















































