Πριν ακόμα χαράξει στο ακρωτήρι της Αγίας Αικατερίνης η μάνα είχε κι όλας ασκωθεί και σκούπιζε την αφωδιά για να βρεί ο ήλιος το σπίτι καθαρό. Ξύπνησα από το σούρσιμο του κάμπου και τα μάτια μου καρφώθηκαν στην διπλή ηλιαχτίδα που έσκιζε το παράθυρο στα δύο.
Κάτω από την περγουλιά δύο βαλίτσες δεμένες με σκοινιά ξενύχτησαν κι αυτές ανυπομονώντας για το μεγάλο ταξείδι.
Βγήκα στην πόρτα και το μάτι μου αγκάλιασε τον ελαιώνα στον κατήφορο που απλώνονταν έως το Λειβάδι, ενώ το πέλαγος μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μου χρυσογυάλιζε με ένα απαλό άγγιγμα της όστριας στον κόρφο.
Κι έτσι ακουμπισμένος στο περβάζι, σαν αστραπή πέρασαν μέσα από τη σκέψη μου οι νύχτες με το πυροφάνι, τα πρωινά με το δροσόνερο, τα βράδυα με το ανοιξιάτικο ανέμισμα της ελιάς και των κυπαρισσιών.
Σήκωσα τα μάτια μου και σαν η μυρουδιά από το αετονύχι να μου χτύπησε στα ρουθούνια.
Ένοιωθα το χρόνο να με πνίγει και την ανυπομονησία να μου βαραίνει τις πινούλες των ματιών μου.
Σήμερα έκανα μια άλλη αρχή. Μιαν αρχή δίχως τέλος. Αύγουστος της Παναγίας του Χίλια Ενιακόσια Εβδομήντα Τρία.
Φορτώσαμε τις βαλίτσες, κάναμε το σταυρό μας στο εικονοστάσι και στο κατώφλι και πήραμε το δρόμο για το λιμάνι. Μετρούσα στον κατήφορο τα σκαλιά του δρόμου με το αβέβαιο μέλλον και προσπαθούσα να μετρήσω πόσες φορές τα τριπλοπήδηξα.
Στο λιμάνι το καΐκι σημαιοστολισμένο και ο κόσμος για άλλη μια φορά είχε πλημυρίσει το μώλο για το κατευόδιο.
Δεκάδες φορές μέτρησα αυτόν τον κόσμο πάνω στο μώλο να σφιχταγκαλιάζει κάποιον που έφευγε.
Δεκάδες φορές μέτρησα τα δάκρυα των μανάδων.
Δεκάδες φορές μέτρησα τα μαντήλια στην ακρογιαλιά σηκωμένα να λένε «αντίο».
Δεκάδες φορές αγνάντεψα κάποιον ανεβασμένο στα ξάρτια του καϊκιού να χαιρετάει κλαίγοντας.
Δεκάδες φορές το καΐκι έκανε σταυρωτή βόλτα στο νερό, ώσπου να βάλει πλώρηγια την Αγία Αικατερίνη.
Δεκάδες φορές…
Ώσπου ήρθε και η σειρά μου. Και σήκωσα στούς ώμους τα όνειρά μου. Πήρα στις χούφτες μου την αρμύρα της θάλασσας,ανέβηκα και εγώ πάνω στο ξάρτι, κράτησα άσβηστη εικόνα τον στερνό χαιρετισμό και νάμαι μέσα στην κοσμοπλημύρα των εκατομυρρίων ανθρώπων της απομόνωσης και της μοναξιάς.
Ήρθα δίχως να ξέρω αν θα μπορέσω να διαφυλάξω την ακεραιότητά μου.
Να μείνω άμεμπτος και ανέγγιχτος από την φτώχεια του πλούτου στον κόσμο τούτο.
Να μείνω ασυμβίβαστος στην διαφθορά στης νεοφερμένης και ξένης, παράξενης τούτης κοινωνικής κουλτούρας.
Να μείνω ασυγκίνητος από την πληθώρα των αγαθών που σερβίρονται σε όλα τα στρώματα από όλες τις κατευθύνσεις, με μοναδικό σκοπό το κέρδος.
Να αρνούμαι την βιομηχανοποίηση της παραγωγικότητάς μου και να δέχομαι την δημιουργία που συνδυάζει τη σκέψη μου σε συνεργασία με το κορμί μου.
Προσπάθησα να μείνω άνθρωπος στην πιό απάνθρωπη κοινωνία του καιρού μας.
Προσπάθησα να γράψω απλά.
Η μοναδική αμοιβή μου, η ψυχική μου ευχαρίστηση στο ότι λίγοι, αρκετοί ή πολλοί, νοιώθουν αυτά που έγραψα όπως και εγώ….
photo https://pixabay.com/el/

















































