Άγγιζα ροδοπέταλα με τ’ ακροδάχτυλά μου
τις τρυφερές σου παρειές χαϊδεύοντας, παιδί μου,
κι ο ουρανός στη στέγη μας μόνιμα κατοικούσε.
Τα μάτια σου βυθίζονταν βαθιά στην ύπαρξή μου
μ` εμπιστοσύνη ακύμαντη
να ζήσουν και να μάθουν τι είν’ το ρυάκι,
ο κόσμος τι, τα κρίνα, τ’ ακρογιάλι,
η θάλασσα κι ο ουρανός, οι κάμποι και τα όρη.
τι είν’ η ζωή, τι ο Θεός που κυβερνά το σύμπαν.
-Αγάπη είν’ όλα, ατίμητο της ζήσης μου βλαστάρι,
αυτή μας δένει αρμονικά μ’ έναν σκοπό στον κόσμο.
Τη βλέπω μες στα μάτια σου κι η πλάση ξάφνου ανθίζει.
Τη νοιώθω στο χεράκι σου, που στη δική μου χούφτα
σαν νεοσσός ολόθερμος
κούρνιασε, για ν’ ανέβει τα σκαλοπάτια της ζωής,
ώσπου τα πούπουλά του
γερές φτερούγες να γενούν και μόνος να πετάξει.
Σκληρή στιγμή! Πνοή βαριά στα χέρια μου πλανιέται.
Τα φτερουγάκια του δειλά χτύπησαν την παλάμη.
Χτύπησαν, ξαναχτύπησαν το μάνταλο να σύρουν,
μα εκείνη αρνιόταν διάπλατα την πόρτα της ν’ ανοίξει,
μην τα φτερά του νεοσσού ήταν υγρά και λίγα,
μην επιτήδειοι κυνηγοί, γρήγοροι στο σημάδι,
λαβώσουν τ’ όμορφο πουλί και χάσει τη χαρά του.
Κι έπειτα πώς μία φωλιά ζεστή, καλοφτιαγμένη,
που άλλο δεν κάτεχε μα πώς τ’ αηδόνι να ζεσταίνει,
έρμη και κούφια από ζωή θα ’στεκε μες στον κόσμο
ξέχωρα απ’ ό,τι ανάστησε και λάτρεψε με πόνο!
Ο αγώνας συνεχίστηκε στ’ αλώνια της καρδιάς μας
φρόνιμα και συνειδητά,
με πείσμα και μ’ αγάπη κι από τις δύο τις μεριές,
ώσπου, σαν ήρθε η ώρα, κόντυνε στένεψε η φωλιά,
γιατί το νιο τ’ αηδόνι χρυσός αϊτός μεγάλωσε,
άνοιξε τις φτερούγες
κι αφού με δύναμη πολλή τις χτύπησε στο πλάι,
πέταξε στον πλατύ ουρανό λεύτερο και γαλάζιο.
Νόμος ζωής!
Το πλήρωμα του χρόνου όντας σιμώνει,
αυτόνομα κάθε ψυχή ν’ απλώνει τα φτερά της,
στην περιπέτεια να μπει, στον δρόμο τον δικό της
και με δικά της υλικά νέα φωλιά να χτίζει.
Με την ευχή μου, ώρα καλή στη στράτα σου, αϊτέ μου,
ζήσε με τόλμη κι αντρειά,
κυβέρνα τη ζωή σου,
βρες τη χαρά και γεύσου την,
κατάκτησε τους στόχους και βάλε κι άλλους πιο ψηλούς,
φτάνε τους και προχώρα.
Γνώρισε, φως μου, όσα μπορείς με ταπεινή σοφία
και μη φοβάσαι ν’ αγαπάς να δίνεις και να παίρνεις
με περηφάνια κι αρχοντιά, όπως σ’ αϊτό ταιριάζει.
∆ικός σου ο δρόμος κι η ζωή
κι η αγκάλη μου για σένα πάντ’ ανοιχτή και τρυφερή,
το μάνταλο βγαλμένο να μπεις, να βγεις ελεύθερα
με λόγια εμπιστεμένα
να ξανοιχτείς, ν’ αφουγκραστείς, όποτε το θελήσεις,
όποτε στην πηγή αφεθείς λίγο να ξαποστάσεις.
photo Endho, https://pixabay.com























