Βασισμένο σε αληθινά γενονότα – μια ιστορία σε συνέχειες
Γράμματα, Αταξίες και Κατσαβίδια
Τα παιδιά γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Κουκάκι, με λίγα πράγματα δικά τους σ’ αυτό το σπίτι. Είχανε τόσο πολύ κενό χώρο που συνήθιζαν όχι μόνο να παίζουν κυνηγητό, αλλά και να κάνουνε πατίνι και ποδήλατο μέσα στο σπίτι. Τότε οι συρόμενες πόρτες ήταν της μόδας και συνήθως τις αφήναμε ανοιχτές.
Τα παιδιά δε μαλώναν πολύ μεταξύ τους. Ειδικά όταν το μωρό μεγάλωσε λιγάκι, τα δύο αγόρια γίνανε σιαμαίοι, ούτε χωρίζανε πολύ, ούτε διαφωνούσαν μεταξύ τους. Ο μικρότερος, ο Γιώργος, ήταν καλύτερος μαθητής από τον μεγαλύτερο, τον Τάσο, αλλά ο Τάσος ήταν ο ήρωάς του. Τον ακολουθούσε πιστά, σαν να επαναλάμβαναν ασυναίσθητα την ιστορία της οικογένειας, εκείνη την αδιαπραγμάτευτη αγάπη που είχε ο παππούς Στέφανος με τον αδελφό του, τον πατέρα μου. Ήθελαν να είναι ένα, αχώριστοι.
Ο Τάσος ήταν ένα καλό παιδί, ήσυχο, αλλά τα γράμματα δεν του έκαναν χάρη, το μυαλό του δούλευε αλλιώς, πιο πρακτικά. Το πρόβλημα ήταν ότι κεκέδιζε, δεν μπορούσε να πει μια ολόκληρη λέξη. Αλλά όταν μεγάλωσε αυτό έφυγε, το απέβαλε. Φόβος ήταν; Δεν ξέρω… Δεν το διερευνήσαμε. Γιατί πότε να βρεις τον χρόνο όταν έχεις τρία παιδιά να αναζητήσεις γιατρούς για να δεις γιατί κάποιο από αυτά τραυλίζει; Είχαμε και άλλους στην οικογένεια μας που κεκέδιζαν και το απέδωσα στα γονίδια. Τότε δεν ξέραμε από δυσλεξίες και μαθησιακά, λέγαμε απλώς πως «ε, το παιδί δεν παίρνει τα γράμματα.»
Αλλά έφτασε στο σημείο όπου ακόμα και ο μικρός ο Γιωργάκης, που δεν είχε πρόβλημα, άρχισε να κάνει τα ίδια. Ο Γιώργος λάτρευε τόσο τον Τάσο που αντέγραφε ακόμη και τις δυσκολίες του. Σαν να ήθελε να μοιραστεί το βάρος του αδελφού του, άρχισε κι αυτός να κεκεδίζει. Τον κατσάδιαζα, του έλεγα: «Τι είναι αυτά τα πράγματα που κάνεις;» Μετά, δε διάβαζε ο Τάσος – δε διάβαζε κι ο Γιώργος. Διάβαζε ο Τάσος – διάβαζε κι ο Γιώργος.
Πέρασα δύσκολα με τον Τάσο. Αυτό το παιδί είναι εξαιρετικά έξυπνο, στη δουλειά του είναι άσσος, στην δουλειά που έχει μάθει τώρα είναι τέλειος, δεν υπάρχει κανείς καλύτερος. Αλλά όταν πήγαινε σχολείο μελετούσαμε μαζί την προηγούμενη και ενώ στο σπίτι τα ήξερε όλα, ο τρόμος για το σχολείο του κλείδωνε το μυαλό. Πάγωνε και δεν μπορούσε να τα βγάλει προς τα έξω. Το πρωί, όταν προετοιμαζόταν για το σχολείο το μυαλό του άδειαζε τελείως. Σαν να μην τα είχαμε διαβάσει ποτέ.
Ο δάσκαλος τον σήκωνε να πει μάθημα, αυτός πάγωνε, άρχιζε να τραυλίζει, ο δάσκαλος τον κατέβαζε και έπαιρνε κακό βαθμό. Ο δάσκαλος μια φορά με φώναξε να μου κάνει παρατήρηση, αλλά εγώ τον αντιμετώπισα. «Ακούστε» του είπα «το παιδί έχει ένα πρόβλημα. Το παιδί πάντα φεύγει από το σπίτι προετοιμασμένο. Αλλά μέχρι να φτάσει στο σχολείο ξεχνάει τα πάντα. Αναλογιστήκατε ποτέ γιατί; Το σκεφθήκατε ποτέ; Ρωτήσατε τον εαυτό σας; Μήπως η συμπεριφορά σας το επηρεάζει αρνητικά;»
Το παιδί ερχόταν σε εμένα με παράπονα, κλαίγοντας επειδή τον μάλωναν, του έβαζαν τις φωνές και τον κατέβαζαν κάτω μπροστά σε όλην την τάξη. Τον είχε χτυπήσει μάλιστα και ο δάσκαλος μια φορά, επειδή τότε οι δάσκαλοι έριχναν και χαστούκια και δε λογάριαζαν τίποτα.
«Δεν έχετε διαπιστώσει ότι το παιδί τραυλίζει; Μήπως το βοηθήσατε; Καθόλου! Απλώς το αποπαίρνετε και, αν, αν έχει κάτι στο μυαλό του, την ίδια στιγμή, πάει, σβήνουν όλα!»
Τα είπα όλα αυτά στον δάσκαλο σε ένα πιο προχωρημένο έτος του δημοτικού, δεν νομίζω ότι με άκουσε και δεν νομίζω και ότι έφτιαξε η κατάσταση. Πάντως με μεγάλη δυσκολία, ο Τάσος τελείωσε το δημοτικό. Γιατί τότε έδιναν εξετάσεις κάθε χρόνο για να περάσουν στην επόμενη τάξη του δημοτικού και με τα χίλια ζόρια τον προγύμναζα. Έσπασε το στήθος μου! Κατάφερε να περάσει όλες τις τάξεις του δημοτικού όμως και να μπει και στο γυμνάσιο.
Μάλιστα κατάφερε να περάσει τις εισαγωγικές εξετάσεις για ένα ιστορικό γυμνάσιο στο κέντρο της Αθήνας που τότε θεωρούνταν πρότυπο. Ήταν ένα παλιό σχολείο, σχεδόν σαράβαλο το οίκημα και είχε μια πόρτα που είχε φύγει από τους μεντεσέδες και κρεμιότανε. Μια μέρα, ο διευθυντής είπε: «Ποιο παιδάκι μπορεί να φτιάξει αυτήν την πόρτα;» «Εγώ, εγώ, κύριε!» είπε ο Τάσος. Είχε ένα κατσαβίδι στην τσέπη του, όπως πάντα. Το βγάζει, πήγε, τη βίδωσε και την έφτιαξε. Εκεί που η θεωρία τον δυσκόλευε, τα χέρια του και το πρακτικό του μυαλό έκαναν θαύματα. Αυτός ήταν γεννημένος με ένα κατσαβίδι στο χέρι!
Ωστόσο στο γυμνάσιο ήταν ακόμα πιο δύσκολα τα μαθήματα και καθώς μεγάλωνε και προχωρούσε, είχε περισσότερα προβλήματα. Γι’ αυτό ζήτησε να παρακολουθήσει ένα τεχνικό γυμνάσιο -όπως και τελικά έκανε.
Ο Γιώργος λοιπόν ήταν πολύ καλύτερος μαθητής. Όταν αργότερα ο Γιώργος μπήκε στο δημοτικό σχολείο, ο Τάσος έβγαινε από τη γραμμή του και στεκόταν στη γραμμή του Γιώργου και τον ακολουθούσε στην τάξη και αυτό άρεσε στον μικρό. Αργότερα, όταν έβγαζαν τον Τάσο από την τάξη του Γιώργου, ο μικρός ακολουθούσε, στεκόταν στη γραμμή του Τάσου και έμπαινε στην τάξη των μεγαλύτερων μαθητών. Όταν χώριζαν πια τον Γιώργο από την τάξη του Τάσου, ο Γιώργος έκλαιγε. Η δασκάλα με κάλεσε και μου είπε: «Τι θα κάνουμε με αυτό το πράγμα με τα παιδιά σας;»
Είχα μια ιδέα τότε, γιατί είχα τον παππού Στέφανο, τον αδελφό του πατέρα μου. Ήταν αφοσιωμένος τόσο στην οικογένεια όσο και στο Θεό, όπως ένας μοναχός χωρίς ράσα. Εκπλήρωνε τα καθήκοντά του ως χριστιανός και βοηθούσε επίσης την οικογένειά μας. Ειδικά αφού ήμουν η πρώτη που έφυγα από το σπίτι και είχα τρία παιδιά.
Αυτό ήταν επίσης ο λόγος που επέστρεψα στην Αθήνα, με τόσα παιδιά χρειαζόμουν βοήθεια. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο η μητέρα μου που με βοηθούσε, αυτή μπορούσε να παρέχει ελάχιστη βοήθεια επειδή εξακολουθούσε να έχει και ίδια μια μεγάλη οικογένεια να φροντίζει. Είχαμε τον παππού Στέφανο που πήγαινε τα παιδιά σχολείο, τα ’φερνε πίσω και ήταν πολύ ευτυχισμένος με όλα αυτά. Τα θεωρούσε δικά του εγγόνια. Κι εμάς, μας θεωρούσε δικά του παιδιά.
Είπα λοιπόν στη δασκάλα: «Μπορούμε να κάνουμε κάτι με αυτόν τον παππού που έρχεται και παίρνει τα παιδιά. Ας μείνει στην τάξη του Γιώργου τουλάχιστον μια εβδομάδα, να κάθεται δίπλα του στο θρανίο, μέχρι ο μικρός να συνηθίσει στο γεγονός ότι αυτή είναι η τάξη του και εδώ πρέπει να κάθεται». Η δασκάλα το δέχτηκε. Προκειμένου να μην μπορεί ο Γιώργος να ανοίγει τις πόρτες και να φεύγει εύκολα, ήταν καλύτερο ο παππούς του να είναι μέσα στην τάξη.
Εκτός σχολείου, ο Γιώργος ήταν ένα ήσυχο παιδί, αλλά και εκεί ακολουθούσε παντού τον Τάσο. Ήταν μια άτυπη συμμαχία. Ο Γιώργος ένιωθε ασφαλής μόνο δίπλα στην τόλμη του Τάσου, επειδή ο Τάσος δεν ήταν ακριβώς ζωηρός, ήταν τολμηρός. Έκανε πράγματα που ενείχαν μεγάλο κίνδυνο, τον κίνδυνο τον αψηφούσε. Κάθε φορά που πηγαίναμε εξοχή, θα πήγαινε για αναρρίχηση στους βράχους. Όταν τα παιδιά πήγαιναν για περίπατο, αυτός θα πηδούσε από κλαδί σε κλαδί, σαν μαϊμού. Τα άλλα παιδιά μού το έλεγαν: «Ο γιος σας δεν περπατάει, αυτός πηδάει από δέντρο σε δέντρο». Του Γιώργου του άρεσε να είναι κοντά στον αδελφό του, νομίζανε πως προσέχανε ο ένας τον άλλον αλλά στην πραγματικότητα μπλέκανε κι οι δυο μαζί σε αταξίες και τρώγανε πολλές ξυλιές.
Όσο για την κόρη μου, που ήταν η μεγαλύτερη, αυτή ήταν η πιο ήσυχη και κανένα πρόβλημα δεν δημιούργησε σε εμένα ή στον πατέρα της. Της άρεσε το διάβασμα και απομονωνόταν για να διαβάσει, κάτι που εγώ ενέκρινα. Όταν η κόρη μου πήγε στο δημοτικό, πέρασαν μόνο δεκαπέντε ημέρες που προσπάθησα να της δείξω κάτι στα μαθήματά της και μετά με έδιωξε, δε με χρειαζόταν. Ήθελε να μελετάει μόνη της και έγινε η πρώτη μαθήτρια. Μου είπε ότι δε θέλει να είμαι δίπλα της και να την πιέζω, αφού τα κάνει και μόνη της. Και εγώ την ώρα που ήμουν δίπλα της, δεν ήμουν ήρεμη, είχα και άλλα δυο μωρά μικρότερα να με τραβάνε από εδώ και από εκεί, στιγμή δεν καθόμουν, μπορεί να έχανα την ψυχραιμία μου και να είχα νεύρα.
Ο πατέρας τους, από την άλλη, δεν είχε πολλή επαφή με τα παιδιά, ειδικά όταν δούλευε. Ωστόσο και τα τρία τον λατρεύανε, αμέσως που έμπαινε στο σπίτι, απ’ όπου και να βρισκόντουσαν, όλα τρέχανε προς αυτόν. Ιδίως τα αγόρια, όταν έτρωγε, το ένα θα καθόταν στο ένα γόνατο και το άλλο στο άλλο και θα του έτρωγαν και το δικό του φαγητό. Μάχη έδινα με αυτό!
Ο Τηλέμαχος ήταν ένας πολύ σοβαρός και κάπως αυστηρός άνθρωπος. Μπορώ να πω ότι αγαπούσε τα παιδιά του, αλλά χωρίς να εκδηλώνεται. Ήταν ο τύπος του πατέρα εκείνης της εποχής: η παρουσία του ήταν η ασφάλειά μας, όχι τα λόγια του. Δεν ήξερε να παίζει μαζί τους, ίσως να ένιωθε πως αυτό θα μείωνε το κύρος του, αλλά το βλέμμα του ήταν πάντα πάνω τους. Τα είχε αναθέσει όλα σε εμένα, τόσο για συμβουλές όσο και για ανατροφή, ίσως γιατί είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο δικό μου κριτήριο για την ανατροφή τους, ίσως γιατί θεωρούσε ότι εγώ ήξερα καλύτερα τα της ψυχής τους. Πάντως όλα είχαν πέσει πάνω μου.
(συνεχίζεται)
photo rmt, https://pixabay.com
















































