Εκεί που η φύση σπάταλη σε ομορφιά και χάρη,
κορμιά αγγέλων κοίμισε στης γης το μαξιλάρι.
Αγέρα στέλνει ο Όλυμπος τον πόνο μου να πάρει
κι η Όσσα βλέπει και θρηνεί, και σκύβει το κεφάλι.
Μαύρες σκιές παραπατούν κλαίγοντας στο φαράγγι
κεριά φυτεύουν και μετρούν ένα και δυο και τρία,
μα δε χορταίνεις χάροντα ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΠΤΑ επήρες…
άφησες μνήμες άσβηστες και στείρες τις ελπίδες.
Απόμεινα μονάχη μου στο έρεβος του πόνου,
μόνο κεριά για να μετρώ το αίμα όπου παγώνουν.
ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΜΟΥ,
Στης αδικίας τη βροχή μαράθηκαν τα ρόδα,
κι αντις βελούδου άγγιγμα έγινε η αγκαλιά σου
χώμα και σίδερο μαζί στα χέρια μου σαν φλόγα.
Τυφλώθηκαν τα μάτια μου στο άψυχο κορμί σου
μια καρτερία με μεθά, στο αντάμωμα μαζί σου.
Σαν πάλη θα’ναι η ζωή με δαίμονες της ζήσης
και δε θα πάψω να ρωτώ, όνομα θέση κι αριθμό
Γιατί ΕΣΥ, κι όχι ΕΓΩ;
Αμπάρωσα την πόρτα μας μην και με βρει καμιά χαρά,
Χαρά μου πια, η ανάμνηση της όμορφης μορφή σου
κι αυτό το αγαπησιάρικο,
ΜΑΜΑ ΕΣΥ ΚΟΙΜΗΣΟΥ.
Μια πλημμυρίδα μια άμπωτη θα σέρνουν το μυαλό μου
έτσι, να πω πως ξεγελώ τον κούφιο εαυτό μου.
Οι σκέψεις μου αλήτισσες πάνω στις ράγες του κακού
πορεία ξέφρενη ποθούν κοντά σου για να φτάσουν,
κάθε λογής ρωτήματα μήπως και τα ξεθάψουν.
Τώρα οι αυλοκόλακες, μαλώνουν μεταξύ τους
της εξουσίας τα όνειρα μην έγιναν μια στάχτη;
Και ούτε μια αναφορά, για τη Δαμόκλειο σπάθη.
ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ…Ε, και;
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΠΕΘΑΝΕ!
photo pexels / https://pixabay.com
















































