- Πρίν 57 χρόνια…
Η τάξη του δημοτικού σχολείου σε πλήρη ησυχία.
Προσηλωμένοι όλοι στο δάσκαλο. Δεν ακούγεται ίχνος θορύβου..
Μάθημα γραμματικής. Ένα πολύ σημαντικό μάθημα, για την Ελληνική μας γλώσσα και η προετοιμασία ενός κοριτσιού, ελάχιστη.
Το τετράδιο της εκθέσεώς της βρίσκεται για βαθμολογία στα χέρια του δασκάλου. Οι σελίδες του σημειωμένες με κόκκινο στυλό σε ολόκληρο το κείμενο, λες και έπεφταν φλόγες και ήταν έτοιμο να καεί..
_Τι τόνο έχεις εδώ Αμαλία; ρωτάει αγριεμένος ο δάσκαλος σε μία από τις μαθήτριές του.
Η Αμαλία έχει γίνει κατακόκκινη σαν παπαρούνα και με τα μάτια στραμμένα στο πρόσωπο του δασκάλου της, μένει αποσβολωμένη…
Ο δάσκαλος συνεχίζει με αυστηρό ύφος, κοιτώντας την με απαξίωση..
_Δεν είπαμε ότι στην προ παραλήγουσα δεν βάζουμε περισπωμένη; Τι είναι αυτά που γράφεις; Γιατί δεν διαβάζεις τους κανόνες της γραμματικής;
Το κορίτσι δεν απαντά αυτή τη φορά.. Σιωπά. Δε γνωρίζει ο δάσκαλος τι πρόβλημα έχει η μαθήτριά του στο σπίτι της. Αλλά ούτε και η μαθήτρια είπε ποτέ, από ντροπή και αξιοπρέπεια στο δάσκαλο τίποτα.
Ο δάσκαλος αρχίζει να φωνάζει με όλη την δύναμη της φωνής του και η τάξη πια, γίνεται αίθουσα δικαστηρίου.
Ξεπερνά τα όρια και παίρνει την ξύλινη βέργα στα χέρια του.
Η βέργα ήταν καλά τετραγωνισμένη από τον μαραγκό, μα καθόλου λειασμένη για να πονάει ακόμη περισσότερο τα παιδικά χέρια…
Έτσι.. Προς γνώση και συμμόρφωση…
_Άνοιξε τα χέρια σου, λέει στη μικρή μαθήτρια των 9 χρόνων..
Το κορίτσι τραβιέται.. Τρέμει σαν φύλλο από το φόβο του.
Όμως ο δάσκαλος το σηκώνει απότομα, τραβώντας το από τον ώμο και το οδηγεί γρήγορα _γρήγορα σαν ζώο στον πίνακα.
Παίρνει μόνος του τα μικρά της χέρια και την προστάζει αγριεμένος ν’ ανοίξει τις παλάμες της για να την τιμωρήσει..
_Άνοιξε σου λέω δεν ακούς;
Η Αμαλία δεν έχει άλλη επιλογή.. Δίνει την πρώτη παλάμη τρεμάμενη. Δέκα φορές κτυπούσε με μανία.
_Τώρα τη δεύτερη παλάμη, έλα δως την. Το κορίτσι υπομένει άλλα δέκα κτυπήματα. Τα δάχτυλα πρήζονται, κοκκινίζουν και πονούν αφόρητα. Όμως ο εξευτελισμός ήταν ακόμη χειρότερος μπρος τους υπόλοιπους συμμαθητές της τάξης..
Η Αμαλία μαθήτρια της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου, κάθεται με σκυμμένο το κεφάλι στο θρανίο της θλίψης και οχι της γνώσης καθώς αισθάνεται προσβεβλημένη.. Τα δάκρυά της καταβρέχουν και ποτίζουν όλα της τα τετράδια στο θρανίο.
Δεν έχει το θάρρος να κοιτάξει κανέναν και δεν μπορεί να δει με τα θολά της μάτια τίποτα.
Προσπαθεί να ανακουφίσει τις παιδικές παλάμες στις μασχάλες της.
Η ιστορία του θέματος ήταν επαναλαμβανόμενη πολλές φορές μέσα στην τάξη.
Η ξύλινη βέργα, χόρευε σε όλα τα θρανία όπου οι μαθητές δεν ήταν και τόσο οξυδερκείς. Η χαρά του δασκάλου, ήταν να συνεργάζεται μόνο με παιδιά που είχαν ανοιχτό (μυαλό). Με παιδιά που οι γονείς τους, ήταν ευκατάστατοι και επιφανείς.
Η Αμαλία αγαπούσε το σχολείο, όμως οι συνεχείς επικρίσεις και τιμωρίες απο τον δάσκαλο, την κούραζαν πολύ.
Πάλι η σελίδα της έκθεσης σημειωμένη με κόκκινες παρατηρήσεις..
_Τι έβαλες εδώ Αμαλία; εξαγριωμένος και ωρυόμενος ακόμη μια φορά, την πιάνει απο τα μαλλιά και την τραβάει απ’το θρανίο.. Η μαθήτρια, δεν ήξερε που να κρυφτεί.. Δεν άντεχε άλλο. Νόμιζε πως πνιγόταν..
Του λέει με όση δύναμη της είχε απομείνει.
_Κύριε, όποτε θέλετε θα βάζω οξεία και όποτε θέλετε θα βάζω περισπωμένη;
Αυτό ήταν….
Ο δάσκαλος άρχιζε να κλωτσάει το κορίτσι σέρνοντάς το στην κυριολεξία έξω απο την τάξη…
_Δεν θα ξανάρθεις στο σχολείο παρά μόνο με τον κηδεμόνα σου. Και θα γράψεις τριακόσιες φορές σε καινούργιο τετράδιο τιμωρίας, οτι στην προ παραλήγουσα βάζουμε οξεία το κατάλαβες;
Το κορίτσι, τρέμει σα δαρμένο σκυλί και σωριάστηκε έξω από την μεγάλη πόρτα της τάξης..
Η πόρτα κλειστή και η μαθήτρια πεσμένη στο πάτωμα, μένει αρκετή ώρα ζαλισμένη.. Προσπαθεί να σηκωθεί μα ήταν αδύνατον. Η σχολική τσάντα με τα βιβλία και τα τετράδα σκορπισμένα παντού.
Η μανία του δασκάλου δεν περιγράφεται… Αλλά ούτε και το δράμα της Αμαλίας…
Με βαριές ανάσες, σηκώνεται προχωρά μερικά βήματα όμως δεν ισορροπεί το σώμα της. Κάνει κουράγιο.. Πρέπει να φτάσει στο σπίτι της που δεν ήταν κοντά στο σχολείο..
Μόνη της απορημένη σαν παρείσακτο είδος. Είδος χωρίς αξία.. Με τι όρεξη να ξαναγυρίσει στο σχολείο… Και όμως δεν φανερώνει την δραματική κατάσταση στους δικούς της…
Το σπίτι δεν σηκώνει και άλλες στεναχώριες. Πάλι αρχινά η σιωπή… Δε μιλά.
Στα κρυφά, γράφει την τιμωρία που της επέβαλε ο δάσκαλος, για να ικανοποιήσει την προσταγή του μεγάλου στρατηγού και ευεργέτη της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου.
Ο δάσκαλος είχε στιγματίσει πια το κορίτσι..
Με την τιμωρία, δεν μπορούσε να μεταδώσει και να καταλάβει ένα μικρό κορίτσι αυτό που αυτός νόμιζε σωστό.
Παρόμοιες εμπειρίες, είχαν και άλλα παιδιά στην τάξη.
Το όνομά του για όλα αυτά τα παιδιά, ήταν (δήμιος)
Τι κρίμα….
Η μικρή μαθήτρια αγωνιζόταν όσο μπορούσε και προσευχόταν να μην την κακομεταχειριστεί άλλο ο δάσκαλος.
Ζούσε εφιαλτικά σχολικά, παιδικά χρόνια…
Προσπαθούσε όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες στο σπίτι, να μελετά συνήθως τα ξημερώματα. Υπήρχαν πολλές υποχρεώσεις εκείνα τα χρόνια.
Όμως τα παιδικά τραύματα, δεν έκλεισαν ποτέ! Οι πληγές δεν επουλώνονται όσο και αν η επιστήμη προσπαθεί να αλλάξει τις συμπεριφορές στα παιδιά.
Τα χρόνια πέρασαν και τα σημάδια παραμένουν εκεί, ανεξίτηλα.
Σε δύσκολες συνθήκες, οι αναμνήσεις ζωντανεύουν κάθε στιγμή.. Γιατί τα μαθητικά παιδικά χρόνια είναι τα πιο τρυφερά, τα πιο σημαντικά, τα πιο πολύτιμα χρόνια…
photo geralt / https://pixabay.com

















































