Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα μες στο χάρτη, είναι πηγή δύναμης και έμπνευσης, προπύργιο πολιτισμού, κουλτούρας και παραδόσεων που επηρέασαν ριζικά το μέλλον και την εξέλιξη ολόκληρης της Ευρώπης. Και παρά τα χιλιάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει ανά τα χρόνια και τους αιώνες, πάντοτε επιβιώνει και βρίσκει τρόπο να ανθίσει μέσα από την ομίχλη…
Κι αν με ρωτούσαν τι αγαπώ σ’ εσένα
και τι με κάνει να σε νοσταλγώ κάθε φορά που φεύγω μακριά σου,
τούτο θ’ απαντούσα:
«Αγάπησα το θάρρος, την ανδρεία και τον πατριωτισμό,
τα μνημεία που στέκουν αγέρωχα σε κάθε σου γωνιά.
Αγάπησα τα χρώματα στον ουρανό σου
και τη θάλασσα που με τα τραγούδια της με ταξιδεύει μακριά.
Μα πάνω απ’ όλα αγάπησα το φως σου αυτό,
που έπειτα από καθε ομίχλη,
έπειτα από κάθε λύπη, μου ζεσταίνει την καρδιά».
«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», αυτό είναι αλήθεια.
Με πληγώνει που λυγίζεις και σκύβεις το κεφάλι,
μα ξέρω πως το φως αυτό δε σβήνει…
Θαρρείς πως ο Θεός ακούμπησε το φωτοστέφανό του σε μια γωνιά σου
και πως οι μοίρες γνέθουν με χρυσό το νήμα σου.
Και πως το χώμα μαγνητίζει κάθε χρυσή αχτίδα,
ικανή να γιατρέψει την όποια συμφορά σου.
Μα πριν θαφτώ στα χώματα του στέρνου σου
σου χρωστώ ένα συγγνώμη, έναν απολογισμό.
Γιατί εσύ έστειλες το φως αυτό να μου ζεστάνει την καρδιά
και εγώ σου μάτωσα τα σπλάχνα και σου έκαψα τα σωθικά.
Γιατί έκλεισα τα μάτια στις αξίες,
αμαύρωσα τα ιερά και έγραψα με μαύρο επάνω στο χρυσό.
Θαμπώθηκα απ’ το ψέμα της ασχήμιας,
κι έκλεισα ορμητικά τα αυτιά στα ουρλιαχτά,
ώσπου σιχάθηκα τον ίδιο μου τον έκπτωτο εαυτό.
Γι’ αυτό και ξέρω πλέον πως ο θάνατος θα ‘ναι γλυκόπικρος,
γιατί αφήνοντας εμένα άφησα κι εσένα,
και σε παρέσυρα να μαρτυρήσουμε μαζί
και να χορέψουμε τον τελευταίο χορό βαμμένοι με τις στάχτες,
πατώντας στα αθάνατα κόκαλα των προγόνων σφιχταγκαλιασμένοι,
να γελάμε κλαίγοντας με τα αγκάθια στις πληγές
και το πρόσωπο σκυφτό.
Ελλάδα μου πεθαίνω κάτω από τη γη σου,
και σε σκοτώνω με ταυτόχρονο ρυθμό.
photo Patrizia08 / https://pixabay.com
















































