Ἦταν σκληρὰ τὰ περσινὰ κεράσια
καὶ οἱ φωνές, ἀπὸ χῶμα.
Μὰ ὁ Τὸμ ἦταν ἕνας ἁπλὸς θνητὸς
κι ἂς τὸν ἔλεγαν στὴ γλώσσα του «Θωμᾶ».
Κρατοῦσε τὸν θλιμμένο οὐρανὸ
στὰ χέρια του καὶ μὲ ρωτοῦσε:
Πῶς ἀνταμώνουνε μαζὶ
ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ θεριὸ
τὸ ὑπερκόσμιο μὲ τὸ θνητό;
Καὶ τί γύρευες ἐσὺ σὲ μιὰ διάβαση πεζῶν
στὶς πέντε ἡ ὥρα τὸ πρωὶ
νὰ ψηλαφεῖς ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων
προτοῦ κὰν ἀνατείλει ὁ ἥλιος;
Βαρὺ τὸ ποινικὸ μητρῶο τῆς ἀσφάλτου
φόνοι, ἔρωτες, ἀπιστίες
ὅλοι σὲ κάποιο βωμὸ θυσιάζουμε
καὶ τελοσπάντων τί γύρευε αὐτὴ
ποὺ εἶχε ἄντρα καὶ παιδὶ
σὲ μιὰν ἀπόμερη ἀκτή;
Στὴ γλώσσα μου σὲ λένε Ἑλένη
μὰ καὶ Ἄννα, Μαρία, Καλλισθένη.
Γιὰ κάποιον ἄγνωστο λόγο
ἡ ἄφιξη εἶναι πάντα πιὸ σύντομη ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση
μὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ φεγγαριοῦ
κατὰ πῶς λένε αὐτοὶ ποὺ ξέρουν.
Καὶ βέβαια, στὶς λεπτομέρειες θὰ κριθεῖ
τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παιχνιδιοῦ.
Στὴ γλώσσα μου σὲ λένε Ἑλένη
μὰ καὶ Πίστη, Ἐλπίδα, Ἀγάπη.
photo chriswanders / https://pixabay.com

















































