Η μάνα μας ακόμη
λαγοκοιμόταν στο Χάνι του Καμπόλη
το βράδυ που την εκτέλεσαν
κάτω από μια βερικοκιά
δύο περιστέρια
τη σωρό της ανασήκωναν
κι αμέσως μεταμορφώθηκε
σ’ εκείνο το κορίτσι
που γινόταν νοτιάς και μάς χάιδευε τη νύχτα
κάθε νύχτα του χειμώνα που πέρασε
στεκόμασταν εμείς και λιώναμε
ώσπου δάκρυζαν οι μασχάλες
το άγουρο μέλι τους
κι ένα σπαθί ο ανδρισμός μάς εγκατέλειπε
όσο κι αν πάσχιζε να ξιφουλκήσει·
έπειτα εκείνη αναλήφθηκε
κι έζησε κι άλλο με το ίδιο αστρόφως
κι έγινε μάνα ξανά
κι οι υπόσκαφες μέρες
τής λέπτυναν τα δάχτυλα
ώσπου οι άκριες τους κατέληξαν
νηματοειδείς·
έκτοτε
όσα αγόρια μεγάλωσαν στα νύχια της
ζούσαν και στα μαλλιά της
κι έπιναν ολημερίς
από το στήθος της
ώσπου
ξεχώρισαν αργά απ’ την επιθυμία του κόλπου της
σαν μια υπόσχεση που αυτοαναιρείται·
κράτησαν μόνο μια φωτογραφία της με μάσκα
απ’ τον εξαγνισμό του γάλακτος
μα έτσι είναι κι ο έρωτας
τέλος, στο μέτωπό της, φύτρωσε
το βερίκοκο που τραγουδά·
και σώπασε πια για πάντα
η χορδή του Ερέβους._
photo tubarelli0, https://pixabay.com
















































