ΟΙ ΠΑΤΕΡΑΔΕΣ ΜΑΣ ΕΦΥΓΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ταξίδι βουβοί, μ’ ένα μεγάλο μεράκι, που διάβρωνε το μέτωπο και την καρδιά τους, με το στόμα σφραγισμένο δυο φορές, μια από το φόβο, μια από το χάρο. Από τη βάφτισή τους είχαν τυλιγμένη την καρδιά με την γαλανόλευκη και την ιερή μελωδία μιας καμπάνας που πέθανε και αναστήθηκε. Οι ήττες και οι ενοχές λύκοι τους ούρλιαζαν ξοπίσω. Οι παππούδες μας είχαν μια κρυφή λαβωματιά στο στέρνο από το ’13. Δεν την μαρτύρησαν ποτέ. Στο ύστατο ταξίδι άνοιγε η πληγή κι ανάβρυζε μαύρο νερό της πίκρας, η χολή των χρόνων.
Πρόσωπα χαμένα, χαμένα κορμιά στην σκληρή και κακοτράχαλη οροσειρά του χρόνου. Πέντε γενιές λαμπάδιασαν πυρφόρος στην κακοκαιρία. Λαμπάδιασαν τις καρδιές χτίζοντας με τα’ αργυρά τους άρματα όνειρο στο γαλάζιο, πλάι στη φωλιά του γερακιού, στου κλέφτη τα λημέρια. Κρατούν κουμπούρια αστραφτερά από δοξασμένα χέρια και τρων μπαρούτι το πουρνό στο φτωχικό του Θύμιο Λώλη. Στήνουν μπαϊράκι την εσπέρα στου Σπύρο Μίλιου τα θρυλικά τραπέζια, τα Ακροκεραύνια. Για ποια δικαίωση μιλάς, αδερφέ; Για ποια ίχνη;
Εμείς ξεκληρισμένοι στην κυρτωμένη καμπούρα του γερασμένου αιώνα. Δραπέτες της κακομοιριάς στο παγωμένο σταυροδρόμι, που φυσάει απόγνωση και γρυλίζει εφιάλτης. Στρατιά σκιών, πλήθος απρόσωπο, με κουρελιασμένη συνείδηση, χαρισμένοι στη λευτεριά και ξανά αλυσοδεμένοι.
Βροντάει εδώ, αστράφτει εκεί και όλο παγίδες στήνει ο χρόνος. Ουρλιάζει λύκος ο βοριάς και ο χιονιάς λαξεύει απατηλά παλάτια. Μισό αιώνα ένα αστέρι σκάβει την καρδιά του σκότους και έξοδο δε βρίσκει. Μη μας αφήνεις να κατρακυλήσομε στο απέραντο χάος.
Άνοιξε την πόρτα σου, πατρίδα!
photo fotoblend, https://pixabay.com

















































